RSS

Category Archives: Η Διχοτόμηση της Κύπρου

ΑΤΤΙΛΑΣ 1

Το χρονικό της εισβολής και ο χουντικός τραγέλαφος

Η Κύπρος έπεσε, ουσιαστικά αμαχητί. Πολιτική και στρατιωτική ηγεσία παρέδωσαν σπάνια μαθήματα προδοτικής ανευθυνότητας, αφήνοντας ελάχιστους ηρωικούς αξιωματικούς και οπλίτες να τα βάλουν με το τουρκικό εκστρατευτικό σώμα.

Κείμενο: Σταύρος Καρκαλέτσης, ιστορικός

Το 1974, ο «Αττίλας» ξανακτυπούσε για δεύτερη φορά το πολύπαθο «νησί της Αφροδίτης», με τον ίδιο πάλι σκοπό: την κατάκτηση. Η πρώτη φορά ήταν το 1571, όταν ύστερα από πολύμηνη και εξαντλητική πολιορκία οι οθωμανικές δυνάμεις με επικεφαλής τον Λαλά – Μουσταφά έκαμψαν την ηρωική, αλλά και απεγνωσμένη, αντίσταση των υπερασπιστών της Αμμοχώστου. Οι ιστορικοί νόμοι, αδίστακτοι και επαναλαμβανόμενοι με θαυμαστή νομοτέλεια, εμφανίστηκαν ξανά εκείνο το μαύρο πρωινό της 20ης Ιουλίου 1974, 8 χιλιόμετρα δυτικά της Κυρήνειας.
Στο προσκλητήριο αυτό, ο Ελληνισμός και πρωτίστως το Εθνικό του Κέντρο, η Ελλάδα, κλήθηκαν να υπερασπισθούν όχι απλά την προς ανατολάς έπαλξη, την Κύπρο, αλλά την ίδια τους την τιμή.

Οι συνθήκες, ήταν αντίξοες εξαιτίας εσωτερικών αλλά και εξωγενών παραγόντων. Πρώτον, η Ελλάδα ήταν δέσμια της γεωγραφίας ως προς την υπεράσπιση της Κύπρου. Η Μεγαλόνησος, σύμφωνα τουλάχιστον με το τότε κυρίαρχο δόγμα, ήταν μια γεωστρατιωτικώς μακρινή υπόθεση. Δεύτερον, η στρατηγική αποτροπή, η οποία άρχισε να υλοποιείται το 1964, είχε πλέον «εξατμιστεί», αφού ο εγγυητής της, η ελλαδική μεραρχία, είχε από τον Δεκέμβριο του 1967 αποσυρθεί από το νησί. Και τρίτον, και χειρότερο όλων, το έθνος εισερχόταν στον αγώνα βαθιά διχασμένο, μέσα  από μια αυτοκαταστροφική πορεία, η οποία κορυφώθηκε και εκφράσθηκε με την εκδήλωση του πραξικοπήματος, πέντε ημέρες πριν από την τουρκική εισβολή.

Σε ένα τέτοιο θολό τοπίο, ο κυπριακός Ελληνισμός, διαιρεμένος και με τα πολιτικά πάθη οξυμένα όσο ποτέ, εισήλθε στον αγώνα υπέρ βωμών και εστιών. Οι Ελλαδίτες και οι Κύπριοι, οπλίτες και αξιωματικοί, κατήλθαν στον αγώνα έμπλεοι ενθουσιασμού και υψηλού φρονήματος, ιδιαίτερα στην πρώτη φάση της εισβολής, όταν πίστευαν ακλόνητα ότι η Ελλάδα θα επενέβαινε.

Δυστυχώς, όμως, το αυτοαποκαλούμενο Εθνικό Κέντρο δεν φρόντισε, έστω και την ύστατη ώρα,  να δικαιολογήσει τον τίτλο του. Τα «ελληνικά φτερά» παρέμειναν καθηλωμένα στα αεροδρόμια, ενώ θα μπορούσαν να μετατρέψουν τις ακτές της Κυρήνειας σε τάφο του τουρκικού επεκτατισμού.

Μόνοι, λοιπόν, έμειναν και πολέμησαν τον «Αττίλα» οι Έλληνες στρατιώτες. Πολλοί έπεσαν για την ελευθερία. Άλλοι αγνοούνται, συμπυκνώνοντας στις μορφές τους την πλέον τραγική διάσταση της μάχης της Κύπρου. Οι υπόλοιποι έμειναν να φέρουν μέσα τους βαρύ το φορτίο της πίκρας για την απώλεια του τόπου και των συμπολεμιστών τους. Όλοι τους, όμως, έμειναν εκεί. Και πολέμησαν με ηρωισμό που άγγιξε συχνά τα όρια της παραφροσύνης. Οι Έλληνες αξιωματικοί και στρατιώτες ήταν το 1974 παρόντες στο προσκλητήριο της μάχης και της τιμής. Αυτή που απογοήτευσε, λάμποντας διά της απουσίας της, ήταν η πολιτική και η στρατιωτική τους ηγεσία…

Η ημισέληνος βρυχάται

Οι προετοιμασίες των τουρκικών δυνάμεων που θα εκτελούσαν την απόβαση, ξεκίνησαν τον Απρίλιο του 1974. Η ΚΥΠ ενημέρωνε το Πεντάγωνο για αυξημένη τουρκική δραστηριότητα. Η λειτουργία του τουρκικού ραντάρ στο ακρωτήριο Αναμούρ (απέναντι από την Κύπρο) είχε ενταθεί, ενώ ο κύριος όγκος των μαχητικών αεροσκαφών της Τουρκικής Αεροπορίας μετακινούνταν προς το δυτικό και νότιο τμήμα της χώρας.

Μετά το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου, στην Άγκυρα σήμανε συναγερμός. Η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της χώρας προσήλθε σε πυρετώδεις συσκέψεις. Την Τρίτη 16 Ιουλίου 1974, έπειτα από τετράωρη σύσκεψη στο τουρκικό Γενικό Επιτελείο Στρατού, αποσαφηνίστηκε το τελικό σχέδιο της εισβολής. Ο λόγος σε Τούρκο επιτελή: «Εγκαταλείψαμε το προηγούμενο σχέδιο, που προέβλεπε απόβαση στην περιοχή Μπογάζ, 36 χιλιόμετρα βόρεια της Αμμοχώστου. Και ευτυχώς, διότι πληροφορηθήκαμε εκ των υστέρων ότι οι Έλληνες είχαν λάβει αυξημένα μέτρα εκεί. Ήλεγχαν τον δρόμο Αμμοχώστου – Λευκωσίας με πολλές δυνάμεις και, επιπλέον, επειδή ήταν Ιούλιος, στην περιοχή υπήρχαν χιλιάδες τουρίστες. Μερικές εκατοντάδες Τούρκοι στρατιώτες, που θα αποβιβάζονταν σε μία τέτοια πόλη, θα  χάνονταν. Γι’ αυτό επιλέξαμε μία μικρή παραλία δυτικά της Κυρήνειας».

Το τουρκικό επιτελείο ανέθεσε το βάρος της εισβολής στην 28η και την 39η Μεραρχία, καθεμία από τις οποίες διέθετε τρία συντάγματα. Διατέθηκαν επίσης μία ταξιαρχία αλεξιπτωτιστών, ένα σύνταγμα καταδρομών, συμπεριλήφθηκε τμήμα της 5ης Τεθωρακισμένης Ταξιαρχίας και 400 πεζοναύτες. Η προαναφερθείσα δύναμη άγγιζε τους 36-38.000 άνδρες. Από πλευράς αρματικής υποστήριξης, προβλεπόταν η διάθεση 160 αρμάτων Μ-47 και Μ-48. Από αέρος, θα συμμετείχαν 80 μαχητικά αεροσκάφη, από τα οποία τα μισά και πλέον ήταν τύπου F-100.

Στις 17 Ιουλίου συγκεντρώθηκαν στο λιμάνι της Μερσίνας τα αποβατικά και αρματαγωγά σκάφη που θα μετέφεραν το πρώτο αποβατικό κύμα. Την ημέρα αυτή μεταφέρθηκαν στα σκάφη 50 τόνοι πυρομαχικών. Ολόκληρη η τουρκική επικράτεια καταλήφθηκε από πολεμικό παροξυσμό. Οι πόλεις σείονταν από ανθελληνικές διαδηλώσεις, όπου κυριάρχησε το σύνθημα «μουνταχαλέ» (απόβαση), ενώ ο τουρκικός Τύπος υποδαύλιζε στο έπακρο τα πλήθη.
Τουρκική πηγή ανέφερε σχετικά:
«Σε όλα τα σημεία της χώρας υπήρχε μία γενική κατάπληξη, η οποία σιγά σιγά μεταβλήθηκε σε ξέφρενο ξέσπασμα. Ο τουρκικός λαός ξέσπασε γιατί, ενώ τα τελευταία χρόνια ξελαρυγγιαζόταν στα διάφορα συλλαλητήρια, στη συνέχεια επέστρεφε άπραγος στο σπίτι του. Ξέσπασε γιατί τον βασάνιζαν τα αισθήματα που του προξενούσε η οικονομική του υπανάπτυξη. Ξέσπασε εναντίον του Έλληνα, τον οποίο υποτιμούσε, τον έβλεπε, όμως, να προηγείται ως προς την οικονομική και κοινωνική του δομή».

Ήταν τέτοια η μανία του τουρκικού πλήθους, ώστε, όταν εκδηλώθηκε η εισβολή, το πρωινό της 20ης Ιουλίου, στα στρατολογικά γραφεία των Αδάνων σημειώθηκε κοσμοσυρροή. Χιλιάδες Τούρκοι, μαινόμενοι, προσήλθαν εθελοντικά και ζητούσαν οπλισμό και επιβίβαση για την Κύπρο…

Από τις 18 Ιουλίου παρατηρήθηκε έντονη δραστηριότητα σε όλα τα αεροδρόμια της Νότιας Τουρκίας, κυρίως δε σε αυτό των Αδάνων. Η ΚΥΠ, βάσει συνεχών υποκλοπών που διενεργούσαν τα κλιμάκια της Κύπρου, πιστοποίησε διαρκή ανταλλαγή σημάτων μεταξύ της τουρκοκυπριακής στρατιωτικής διοίκησης της Λευκωσίας και της Μερσίνας. Την ίδια στιγμή η ΤΟΥΡΔΥΚ (Τουρκική Δύναμη Κύπρου) και τα τάγματα των Τουρκοκύπριων τέθηκαν σε επιφυλακή.

Οι προετοιμασίες κορυφώθηκαν στις 19 Ιουλίου. Νωρίς το πρωί ολοκληρώθηκε η επιβίβαση των μονάδων στα αποβατικά σκάφη και η νηοπομπή ετοιμάστηκε προς απόπλου. Αποτελείτο από 20 περίπου μέσα και γενικής χρήσης αποβατικά, αρματαγωγά περιορισμένης μεταφορικής ικανότητας (έως τρία άρματα) και ένα μεγάλο αρματαγωγό. Για την προστασία της νηοπομπής το τουρκικό Πολεμικό Ναυτικό διάθεσε πέντε αντιτορπιλικά. Η επιβιβασθείσα δύναμη ανήλθε στους περίπου 3.200 άνδρες.

Η νηοπομπή εξήλθε του λιμανιού της Μερσίνας γύρω στις 17:00 υπό τις επευφημίες χιλιάδων ανθρώπων, καταληφθέντων από ανθελληνικό μένος. Χαρακτηριστικά, αναφέρθηκε ότι το πλήρωμα του ελληνικού εμπορικού πλοίο «Εμπρός», το οποίο βρισκόταν ελλιμενισμένο στην ίδια πόλη, κινδύνευσε να λιντσαριστεί από το μαινόμενο πλήθος. Οι Έλληνες ναυτικοί θεωρήθηκαν ύποπτοι κατασκοπείας και το «Εμπρός» ρυμουλκήθηκε σε μία προβλήτα. Ο ασύρματος του πλοίου υποχρεώθηκε σε σφράγιση και η γαλανόλευκη υπεστάλη.

Από το πρωί όλα τα διεθνή ειδησεογραφικά πρακτορεία μετέδιδαν τις προετοιμασίες των Τούρκων, ενώ το BBC προέβαλε εικόνες του απόπλου, στις 17:30. Η αντίδραση Αθήνας και Λευκωσίας παρέμεινε ανεξήγητα απαθής. Το στρατιωτικό καθεστώς των Αθηνών εμφανίσθηκε πεπεισμένο ότι οι Τούρκοι θα περιόριζαν τις αντιδράσεις τους σε κινήσεις εντυπωσιασμού. Στη «νάρκωση» της ελληνικής πλευράς συνέβαλαν με έξυπνο τρόπο οι Τούρκοι: στην Άγκυρα ανακοινώθηκε ότι η Μεγάλη Τουρκική Εθνοσυνέλευση θα συνερχόταν το Σάββατο 20 Ιουλίου, προς λήψη απόφασης. Παγιώθηκε έτσι στην Αθήνα η πεποίθηση ότι η Τουρκία δεν θα έπραττε τίποτα ως τότε, ενώ στην πραγματικότητα η απόφαση για εισβολή ήταν ήδη ειλημμένη.

Οι πρώτες ώρες της εισβολής

Η τουρκική νηοπομπή εντοπίστηκε από τα ελληνικά ραντάρ το βράδυ της παραμονής της εισβολής. Ανά μισή ώρα, η Ναυτική Διοίκηση Κύπρου ανέφερε την πρόοδο του πλου, οι απαντήσεις όμως από την Αθήνα έφθαναν στερεότυπες και καθησυχαστικές: «Δεν δικαιολογείται ανησυχία. Πρόκειται περί γυμνασίων».

Το χάραμα της 20ης Ιουλίου1074, από ελληνικής πλευράς βρίσκονταν στην περιοχή της Κυρήνειας τρία τάγματα πεζικού, δύο μοίρες πυροβολικού και δύο πυροβολαρχίες ορεινού πυροβολικού. Το μεγαλύτερο μέρος των τριών μοιρών καταδρομών παρέμενε στην πρωτεύουσα, λόγω του πραξικοπήματος.

Πριν από την εκτέλεση της απόβασης, όμως, ανέλαβε δράση η τουρκική Αεροπορία. Στις 5 τα ξημερώματα άρχισαν οι προσβολές στόχων με επίκεντρο την ευρύτερη Κυρήνεια. Προσβλήθηκαν στρατόπεδα πεζικού και πυροβολικού, το Γενικό Επιτελείο Εθνικής Φρουράς (ΓΕΕΦ), το στρατόπεδο της ΕΛΔΥΚ και ο Διεθνής Αερολιμένας Λευκωσίας. Το στρατόπεδο της ΕΛΔΥΚ, στη Μακεδονίτισσα Λευκωσίας, υπέστη μεγάλες καταστροφές. Ο διοικητής της, όμως, είχε την πρόνοια να διατάξει, περί τις 04:00, διασπορά. Έτσι, όταν η τουρκική Αεροπορία το προσέβαλε με σφοδρότητα, το στρατόπεδο ήταν άδειο. Οι μεγαλύτερες απώλειες, όμως, εντοπίσθηκαν στις μονάδες πυροβολικού, οι οποίες δεν προέβησαν σε διασπορά. Η 185 Μοίρα Πεδινού Πυροβολικού προσβλήθηκε από αέρος ακριβώς την ώρα που εξερχόταν του στρατοπέδου. Το προπορευόμενο όχημά της κτυπήθηκε από εμπρηστική βόμβα ναπάλμ με αποτέλεσμα τον θάνατο έξι ανδρών. Πολλά οχήματα και πέντε πυροβόλα της μοίρας καταστράφηκαν. Αντίθετα, άλλες μοίρες κινήθηκαν γρήγορα και έφθασαν στις προβλεπόμενες θέσεις χωρίς απώλειες.

Οι βομβαρδισμοί συνεχίστηκαν αμείωτοι και, γύρω στις 07:30, προσέλαβαν νέα ένταση. Πολλά σημεία στη Λευκωσία φλέγονταν. Τα τουρκικά F-100 εφορμούσαν ανά ζεύγος από ύψος 120 – 150 ποδών, βομβάρδιζαν και προέβαιναν πάλι σε ταχεία ανύψωση.

Μετά τις πρώτες επιθέσεις, άρχισε η ρίψη αλεξιπτωτιστών στο νοτιοανατολικό τμήμα του θύλακου Λευκωσίας – Κιόνελι, κοντά στο χωριό Χαμίτ Μάνδρες. Στο βόρειο άκρο, προς την Αγύρτα, είχε ήδη ξεκινήσει η μεταφορά δι’ ελικοπτέρων των Τούρκων καταδρομέων. Τα τουρκικά μεταγωγικά αεροσκάφη C-47 πετούσαν σε χαμηλό ύψος και με μικρή ταχύτητα, αποτελώντας ελκυστικούς και ευάλωτους στόχους. Το ΓΕΕΦ ζήτησε από την Αθήνα «αποδέσμευσιν των πυροβόλων δια να κτυπηθούν οι αλεξιπτωτισταί». Από την Αθήνα δόθηκε μία απάντηση πρωτάκουστη στα παγκόσμια στρατιωτικά χρονικά: «Αυτοσυγκράτησις». Ενώ οι αδιάλειπτες αεροπορικές προσβολές μείωναν ακόμα περισσότερο την αποδιαρθρωμένη από το πραξικόπημα Εθνική Φρουρά, ενώ ο κεντρικός τουρκοκυπριακός θύλακας ενισχυόταν με δυνάμεις αλεξιπτωτιστών και καταδρομέων, η αποβατική νηοπομπή προσέγγισε πλέον τον χώρο απόβασης…

Αποστολή αυτοκτονίας

Στον Ναυτικό Σταθμό Κυρήνειας ναυλοχούσαν δύο από τις έξι συνολικά κυπριακές τορπιλακάτους. Στις 04:45 διατάχθηκαν από τον ναυτικό διοικητή Κύπρου να εξέλθουν, για να συναντήσουν την τουρκική νηοπομπή. Επρόκειτο καθαρά για αποστολή αυτοκτονίας, δεδομένου ότι δύο τορπιλάκατοι θα αντιμετώπιζαν πέντε τουρκικά αντιτορπιλικά, των οποίων το μέγιστο βεληνεκές των πυροβόλων άγγιζε τα 17 χιλιόμετρα. Αντίθετα, οι τορπίλες των κυπριακών σκαφών είχαν δραστικό βεληνεκές 3,5 χιλιόμετρα. Έπρεπε, λοιπόν, να πλησιάσουν πολύ κοντά στην τουρκική νηοπομπή και να αντιμετωπίσουν τα πυρά αυτής αλλά και της τουρκικής Αεροπορίας.

Στις 05:23 ο κυβερνήτης της μιας τορπιλακάτου, υποπλοίαρχος Ελευθέριος Τσομάκης από την Αθήνα, ανέφερε ότι ετοιμαζόταν προς βολή, έχοντας πλησιάσει ταχύτατα στα δύο μίλια τη νηοπομπή και βαλλόμενος συνεχώς από τα τουρκικά αεροσκάφη και αντιτορπιλικά.

Το επόμενο λεπτό το σκάφος βλήθηκε και βυθίστηκε σχεδόν αμέσως. Από το δεκαμελές πλήρωμα διασώθηκε μόνο ο αρχικελευστής Διονύσης Μαγέτος, ο οποίος περιέγραψε τις τελευταίες δραματικές σκηνές: «Ο υποπλοίαρχος Τσομάκης διέταξε να ετοιμαστούν οι τορπίλες προς εκτόξευση. Βρισκόμασταν στο τελευταίο στάδιο της προετοιμασίας και απείχαμε 2.000 γυάρδες από τα πρώτα σκάφη των Τούρκων. Τότε ακούστηκε η μοιραία έκρηξη, που διέλυσε το σκάφος μας».

Ομοίως χτυπήθηκε και η δεύτερη τορπιλάκατος οι άνδρες της οποίας διασώθηκαν και βγήκαν στη στεριά κολυμπώντας. Η αποστολή των δύο τορπιλακάτων και η θυσία τους χαρακτηρίστηκε αργότερα ανώφελη. Παρά την αποτυχία της παράτολμης προσπάθειας, ιστορικός έμεινε ο ηρωισμός των πληρωμάτων. Ως επίμετρο στη θυσία τους, αφιερώθηκαν οι παρακάτω γραμμές: «Εξόρμησαν Έλληνες από την ελεύθερη πατρίδα και από την Κύπρο, με θάρρος και με την αδάμαστη θέληση να πλήξουν τον εχθρό. Πλην όμως, η αναμέτρηση ήταν εντελώς άνιση, γι’ αυτό και έπεσαν. Τα νεκρά σώματα των γενναίων Ελλαδιτών και Κυπρίων, αξιωματικών και ναυτών, δεν ανευρέθησαν. Παρέμειναν αιωνίως εκεί, στον βυθό της τραγουδημένης και μαρτυρικής Κυρήνειας».

Η απόβαση

Μετά την αποτυχία προσβολής της από τις δύο κυπριακές τορπιλακάτους, η τουρκική νηοπομπή έπλευσε δυτικότερα και προσέγγισε την παραλία Γλυκιώτισσας, τρία χιλιόμετρα δυτικά της Κυρήνειας. Όμως η ακτή κρίθηκε ακατάλληλη για απόβαση και ο πλους συνεχίστηκε. Τελικά εντοπίσθηκε η παραλία Πεντεμιλίου, εύρους 250 περίπου μέτρων, οκτώ χιλιόμετρα από την Κυρήνεια.

Οι πρώτοι Τούρκοι στρατιώτες αποβιβάσθηκαν στην κυπριακή γη γύρω στις 06:00, κατ’ άλλους στις 06:30. Επρόκειτο περί ολιγάριθμης ομάδας βατραχανθρώπων, η οποία εξερεύνησε πρώτα τον βυθό και κατόπιν την ακτή, για να επισημάνει ενδεχόμενα υποθαλάσσια ή επάκτια κωλύματα. Ανενόχλητοι οι άνδρες αυτοί επέστρεψαν στο πλοίο τους, αναφέροντας ότι ο χώρος ήταν κατάλληλος προς απόβαση.

Σύμφωνα με τις πιο αξιόπιστες μαρτυρίες, η πρώτη αποβατική λέμβος προσγιαλώθηκε στις 07:15, αποβιβάζοντας 60 οπλίτες και έναν εκσκαφέα. Μέχρι τις 09:00 πραγματοποιήθηκαν 50 τουλάχιστον προσγιαλώσεις αποβατικών. Πρώτοι αποβιβάσθηκαν οι πεζοναύτες και στη συνέχεια, τμηματικά, το 50ο Σύνταγμα Πεζικού. Όπως αποκαλύφθηκε αργότερα, τα πρώτα αυτά τμήματα, τα οποία υπέστησαν και τις βαρύτερες απώλειες, δεν αποτελούντο από Τούρκους. Ήταν μεν Τούρκοι υπήκοοι, αραβικής και κουρδικής, όμως, καταγωγής, ιδίως από την περιοχή Αλεξανδρέττας. Αργότερα, έγινε γνωστό πως ανάμεσά τους ήταν και 15 Έλληνες τουρκικής υπηκοότητας.

Από τις παρυφές του Πενταδάκτυλου το πυροβολικό της Εθνικής Φρουράς έβαλλε κατά των εχθρικών στόχων, υπό τη συνεχή πίεση της Τουρκικής Αεροπορίας. Η αποβίβαση τουρκικών στρατευμάτων στην ακτή συνεχίστηκε, ενώ πραγματοποιήθηκε ανεπιτυχής διπλή προσπάθεια προσγιάλωσης του αρματαγωγού των Τούρκων.

Με την εκδήλωση της απόβασης, στις 07:15, ο συνταγματάρχης Κουρούπης, στη ζώνη ευθύνης του οποίου ανήκε η περιοχή, διέσπειρε το τάγμα του και δύο λόχοι κατέφθασαν πεζοπορώντας στην ακτή απόβασης, γύρω στις 09:00. Εκεί οι εισβολείς είχαν ήδη συλλάβει τους κατοίκους των παρακείμενων εξοχικών κατοικιών και προέβαιναν στις πρώτες εν ψυχρώ εκτελέσεις. Αυτόπτης μάρτυρας και ένας από τους πρώτους συλληφθέντες, ο κάτοικος της περιοχής Κώστας Παπαέλληνας, καταθέτει:

«Μας οδήγησαν, εμένα και την οικογένειά μου, κοντά στον κύριο δρόμο. Στα σκαλοπάτια του απέναντι σπιτιού είδα σκοτωμένους τους γείτονες… Θα ήταν περίπου 09:30 το πρωί, όταν ακούστηκαν τα πρώτα πυρά των δικών μας. Θα πρέπει να βρίσκονταν σε απόσταση 100 μόνο μέτρων… Το τι έγινε εκείνη την ώρα, δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Οι Τούρκοι θερίστηκαν κατά δεκάδες μπροστά στα μάτια μας. Ούτε καλύπτονταν ούτε οπισθοχωρούσαν ούτε επιτίθεντο.  Απλώς έπεφταν, τραυματισμένοι ή σκοτωμένοι, ο ένας μετά τον άλλο.  Ο τόπος γέμισε αίματα και ανθρώπινα κορμιά, που σφάδαζαν»

Ήταν οι δύο λόγοι του 251 Τάγματος του Παύλου Κουρούπη. Παρά τις απώλειες που προκάλεσε στους Τούρκους, η 200 ανδρών δύναμη ήταν ανεπαρκής για μετωπική επίθεση και ρίψη των εισβολέων στη θάλασσα.  Εν τω μεταξύ, η ελληνική στρατιωτική ηγεσία εξακολουθούσε από την Αθήνα να συνιστά αυτοσυγκράτηση!  Μόνο δύο ώρες μετά την εκδήλωση της απόβασης, στις 08:40, διαβιβάσθηκε επιτέλους στη Λευκωσία η εντολή από την Αθήνα: «Χτυπάτε δι’ όλων των μέσων». Ταυτόχρονα κηρύχθηκε γενική επιστρέτευση στην Κύπρο. Μέχρι την ώρα αυτή όμως κυριάρχησε μία εξωφρενική απάθεια. Ανέφερε χαρακτηριστικά ο αρχιπραξικοπηματίας Νικόλαος Σαμψών, ο οποίος βρισκόταν στο ΓΕΕΦ: «Όταν άρχισαν οι βομβαρδισμοί, το αναφέραμε στον αντιστράτηγο Μπονάνο (αρχηγός Ενόπλων Δυνάμεων). Ο Μπονάνος απάντησε ότι αυτά που αναφέραμε ήταν ψέματα και ότι θέλαμε να εμπλέξουμε την Ελλάδα. Τότε, εμείς βγάλαμε το ακουστικό του τηλεφώνου έξω από το παράθυρο για να ακούσει τις εκρήξεις των βομβών… Άκουσε τι γινόταν, αλλά πάλι απάντησε ότι μπορεί εμείς να βάλαμε τα δικά μας πυροβόλα να κτυπούν, για να τον παραπλανήσουμε».

Ας επιστρέψουμε, όμως, στο θέατρο των συγκρούσεων: Στο προγεφύρωμα του Πεντεμιλίου οι Τούρκοι πεζικάριοι και πεζοναύτες, οι οποίοι αποβιβάσθηκαν, επεχείρησαν μία πρώτη επίθεση με ανατολική πορεία, προς την κατεύθυνση της Κυρήνειας. Υποστηρίχθηκαν από τέσσερα – πέντε τεθωρακισμένα οχήματα μεταφοράς προσωπικού τύπου Μ-113. Οι προφυλακές του 251 Τάγματος με τη συνδρομή δύο αρμάτων Τ-34 αναχαίτισαν την τουρκική ενέργεια, καταστρέφοντας, μάλιστα δύο από τα τεθωρακισμένα του εχθρού.   Το απόγευμα της 20ης Ιουλίου, η νηοπομπή εγκατέλειψε τον χώρο απόβασης, επιστρέφοντας στη Μερσίνα, προς παραλαβή και μεταφορά στην Κύπρο του δεύτερου αποβατικού κύματος.

Στον κεντρικό τουρκοκυπριακό θύλακο (στα τουρκικά χωριά βόρεια της Λευκωσίας) συνεχίστηκαν αδιάλειπτες οι ρίψεις αλεξιπτωτιστών, οι οποίοι υπέστησαν μεγάλες απώλειες. Στο ανατολικό άκρο, από λάθος των χειριστών των τουρκικών C-47, ομάδα 100 αλεξιπτωτιστών προσγειώθηκε κοντά στο χωριό Μια Μηλιά. Στην περιοχή δεν υπήρχε δύναμη της Εθνικής Φρουράς, όμως ανέλαβαν δράση οι κάτοικοι του χωριού. Όπως ανέφερε το σχετικό ανακοινωθέν, οι χωρικοί «..έμπλεοι πολεμικού μένους εξήλθον εις τους αγρούς και επετέθησαν κατά των αλεξιπτωτιστών» οπλισμένοι με παλαιά τυφέκια Mauser και Enfield. Πάνω από 90 Τούρκοι αλεξιπτωτιστές φονεύθηκαν, οι περισσότεροι ευρισκόμενοι ακόμα στον αέρα.  Μία μικρή ομάδα διασώθηκε κινούμενη γοργά προς το τουρκοκυπριακό χωριό Χαμίτ Μάνδρες.

Παρόμοια λανθασμένη ρίψη πραγματοποιήθηκε και την επόμενη ημέρα, δυτικά του χώρου απόβασης, όπου κινείτο ο ναυτικός διοικητής Κύπρου αντιπλοίαρχος Παπαγιάννης προς κατόπτευση της περιοχής, επικεφαλής μικρής δύναμης ναυτών.  Αφηγείται ο ίδιος: «Στα χωριά που περνούσαμε, αντιληφθήκαμε τον ενθουσιασμό και το υψηλό ηθικό των κατοίκων.  Όλα τα χωριά ήταν σημαιοστολισμένα με τη γαλανόλευκη. Οι χωρικοί μας ασπάζονταν και ζητωκραύγαζαν υπέρ της μητέρας πατρίδας και της Ένωσης της Κύπρου με αυτήν.  Στις 14:30, στην οδό μεταξύ Μύρτου και Ασωμάτου, αντιλήφθηκα τη ρίψη 10 – 12 αλεξιπτωτιστών από διερχόμενο αεροσκάφος.  Κατεβήκαμε από το όχημα και δια των όπλων μας, με τη βοήθεια κατοίκων και ατάκτων επιστράτων της περιοχής, τους εξοντώσαμε».

Η επίθεση της ΕΛΔΥΚ

Με την έναρξη των αεροπορικών προσβολών και του αποβατικού εγχειρήματος, κατά του κεντρικού τουρκοκυπριακού θύλακο Λευκωσίας – Κιόνελι η ΕΛΔΥΚ κινήθηκε υποστηριζόμενη από άρματα μάχης της Εθνικής Φρουράς. Η ΕΛΔΥΚ αντιμετώπισε εξ αρχής ένα ισχυρό μειονέκτημα: από το στρατόπεδό της μέχρι το χωριό Κιόνελι υπήρχε μία απόλυτα επίπεδη έκταση οκτώ χιλιομέτρων, χωρίς εδαφικές εξάρσεις.  Δίνονταν έτσι καλές προοπτικές άμυνας στους Τούρκους και καθαρούς στόχους στην αεροπορία τους, η οποία δρούσε ανενόχλητη ελλείψη της ελληνικής, την οποία οι επιτελείς του ΓΕΑ κράτησαν καθηλωμένη στην Κρήτη.

Στόχος της ΕΛΔΥΚ ήταν η μετωπική επίθεση κατά του θύλακου, η διάρρηξη και η διάσπασή του.  Με ταχεία κίνηση, οι άνδρες της ΕΛΔΥΚ και οι Κύπριοι Εθνοφρουροί κάλυψαν την απόσαση μέχρι την είσοδο του Κιόνελι, υπό το καταιγιστικό πυρ του εχθρού, ο οποίος έβαλλε με πολυβόλα και όλμους.  Οι επιτιθέμενοι συνέχισαν την προώθηση με οκτώ άρματα μάχης, αφού τα υπόλοιπα καθηλώθηκαν στην πορεία τους λόγω βλαβών.  Ήταν τόσο ραγδαία η προέλαση, ώστε οι Τούρκοι, αγνοώντας ότι η ΕΛΔΥΚ προχώρησε τόσο γρήγορα, συνέχισαν τις ρίψεις αλεξιπτωτιστών.  Έτσι οι Έλληνες στρατιώτες, τέσσερα περίπου χιλιόμετρα πριν από το Κιόνελι, εξολόθρευσαν με εφ’ όπλου λόγχη δεκάδες αλεξιπτωτιστές, οι οποίοι είχαν την ατυχία να καταπέσουν ανάμεσά τους.  Στην επίθεση συμμετείχε ο ανθυπολοχαγός Αντώνης Αργυρίου, ο οποίος έδωσε την παρακάτω μαρτυρία:  «Κάναμε επίθεση κατά μέτωπο, με εφ’ όπλου λόγχη.  Ο ηρωικός και αείμνηστος λοχαγός μου διέταξε έφοδο.  Τον ακολουθήσαμε με αναρτημένες επί των όπλωςν τις λόγχες και με το εμβατήριο στα χείλη.  Οι Τούρκοι αλεξιπτωτιστές, τρομαγμένοι, ετράπησαν σε φυγή.  Τότε ακριβώς ο λοχαγός μας δέχθηκε εχθρική σφαίρα και έπεσε βαρύτατα τραυματισμένος.  Έσπευσα να τον βοηθήσω, αλλά εκείνος με διέταξε: «Να συνεχιστεί η προέλαση κύριε ανθυπολοχαγέ! Να συνεχιστεί η προέλαση!» Και με όση δύμαμη του απέμεινε, αναφώνησε: «Ζήτω η Ελλάς». Και εξέπνευσε»…

Στο πρώτο χιλιόμετρο πριν από το Κιόνελι, η προέλαση άρχισε να επιβραδύνεται, ώσπου ανακόπηκε τελείως, εξαιτίας της εκδήλωσης πυρκαγιάς.  Κατά μία εκδοχή, οι Τούρκοι έθεσαν πυρ στα σπαρτά και τις καλαμιές, ώστε να ανακόψουν τη θυελλώδη ελληνική επίθεση.  Κατ’ άλλη άποψη, είχε επέμβει προς ανάσχεση της επίθεσης η τουρκική Αεροπορία με εμπρηστικές βόμβες ναπάλμ.  Μπροστά από το Κιόνελι δέσποζαν δύο αντιαρματικές τάφροι και σειρές πολυβολείων, τα οποία έπεσαν το ένα μετά το άλλο στα χέρια των ανδρών της ΕΛΔΥΚ, η οποία μετά την προσωρινή καθήλωσή της λόγω της πυρκαγιάς, εξαπέλυσε νέα επίθεση.  Αυτήν την φορά, οι Έλληνες στρατιώτες διάβηκαν την πρώτη αντιαρματική τάφρο, ενώ οι τολμηρότεροι εισήλθαν στα πρώτα σπίτια του Κιόνελι, όπου οι μάχες γίνονταν πλέον σώμα με σώμα.  Στα καταληφθέντα πολυβολεία βρέθηκαν και συνελήφθησαν Τούρκοι στρατιώτες, οι οποίοι είχαν δεθεί από τους αξιωματικούς τους για να μην υποχωρήσουν.  Εκεί όμως οι ηρωικοί ΕΛΔΥΚάριοι σταμάτησαν.  Ήταν το έσχατο όριο αντοχής τους, αφού πολεμούσαν επί ώρες ακάλυπτοι και με την τουρκική Αεροπορία να αλωνίζει.

Η επίθεση της ΕΛΔΥΚ δεν υποβοηθήθηκε δυστυχώς από δευτερεύουσαν ενέργεια αντιπερισπασμού, όπως προβλεπόταν από τα σχέδια.  Εάν οι Τούρκοι δέχονταν επίθεση και από τον Βορά, η επιχείρηση πιθανόν να εξελισσόταν καλύτερα.  Παρότι οι επιτιθέμενοι προωθήθηκαν έως το κέντρο του τουρκικού θύλακου, διατάχθηκε εν συνεχεία οπισθωχώρηση στους χώρους εξόρμησης.  Οι δυνάμεις που διέσπασαν τις θέσεις των Τούρκων φθάνοντας ως το Κιόνελι, ήταν ολιγάριθμες και ανεπαρκείς.  Ο στρατηγικής σημασίας κεντρικός τουρκοκυπριακός θύλακος παρέμεινε υπό τον έλεγχο των Τούρκων στο μεγαλύτερο μέρος του.

Οι μάχες των θυλάκων

Από το πρωί της 20ης Ιουλίου σημειώθηκαν συγκρούσεις σε όλους σχεδόν τους τουρκοκυπριακούς θύλακους (δηλαδή στα περίκλειστα τουρκικά χωριά και τις τουρκικές συνοικίες των πόλεων).  Έτσι οι ελληνικές δυνάμεις είχαν να αντιμετωπίσουν όχι μόνο το προγεφύρωμα στο Πεντεμίλι Κυρήνειας και τον κεντρικό θύλακα βόρεια της Λευκωσίας, αλλά και τους ανά την Κύπρο διάσπαρτους θύλακους. Η εκπόρθησή τους απορρόφησε σημαντικές δυνάμεις, οι οποίες σε άλλη περίπτωση θα ήταν δυνατό να διατεθούν προς εξάλειψη του προγεφυρώματος.

Εντός της Λεμεσού υπήρχε η τουρκοκυπριακή συνοικία, η οποία ξεκινούσε από το μεσαιωνικό κάστρο της πόλης και εκτεινόταν προς τον Άγιο Αντώνιο και δυτικότερα.  Νωρίς το πρωί, με την εκδήλωση της τουρκικής εισβολής, οι ενωτικοί της Λεμεσού συγκεντρώθηκαν και σχημάτισαν το 203 Τάγμα Εφεδρείας.  Επρόκειτο περί 450 ανδρών, οι οποίοι στην πλειονότητά τους ήταν στελέχη της ΕΟΚΑ Β’, ενώ στις τάξεις αυτού του τάγματος εθελοντων πύκνωσαν ακόμη και μαθητές των γυμνασίων της πόλης που ενίσχυσαν εθελοντικά τα μαχόμενα τμήματα.  τα ελληνοκυπριακά τμήματα προωθήθηκαν γοργά, υπό καταιγιστικό πυρ και οι συγκρούσεις εξελίχθηκαν σε σκληρές οδομαχίες.  Τα πολυβολεία εκπορθήθηκαν και σταδιακά παρατηρήθηκε εξασθένηση της τουρκοκυπριακής άμυνας.  Η μάχη της Λεμεσού έληξε στις 06:00 το πρωί της επομένης, όταν το μέλος της ΕΟΚΑ Β’ Λάκης Παπασταύρου υπέστειλε την ημισέληνο από το αρχηγείο των Τουρκοκύπριων, οι οποίοι παραδόθηκαν μαζικά.  Οι απώλειές τους υπήρξαν μεγάλες, ενώ βαρύς ήταν και ο φόρος αίματος για την ελληνική πλευρά.  Έπεσαν πέντε έφεδροι ανθυπολοχαγοί και τουλάχιστον διπλάσιοι αγωνιστές και οπλίτες.  Τουλάχιστον τρεις από τους ηρωικούς μαθητές των γυμνασίων της Λεμεσού βρήκαν τον θάνατο από τουρκικά πυρά: Ο Μιχάλης Ηρακλέους, ο Θεόδωρος Ελευθερίου και ο Ροδίων Ρήγας.  Ο τελευταίος, 17 μόλις ετών, συμμετείχε σε κατάληψη τουρκικού φυλακίου, όπου κυμάτιζε η ημισέληνος.  Ο νεαρός Κύπριος αναρριχήθηκε στον ιστό, πλήρης ενθουσιασμού, για να υποστείλει τη σημαία, όταν μια βολίδα τον έπληξε στον κρόταφο.

Ισχυρή ήταν και η αμυντική οργάνωση των Τουρκοκυπρίων στην Αμμόχωστο, με κέντρο τους την παλαιά πόλη.  Οι ένοπλοι μαχητές τους ανέρχονταν σε 1500 άνδρες.  Η ελληνική επίθεση ξεκίνησε στις 20 Ιουλίου στις 08:00, με διαθέσιμες δυνάμεις τρία τάγματα πεζικού, δύναμη πυροβολικού και τρία άρματα T-34. Πρώτος στόχος ήταν το τουρκοκυπριακό γυμνάσιο, όπου πρώτοι εισχώρησαν πέντε Ελληνοκύπριοι.  Στις 10:00 και κατόπιν γενικής επίθεσης ενός τάγματος επιστράτων, το γυμνάσιο καταλήφθηκε, με μία μεγάλη απώλεια: φονεύθηκε ο Ελλαδίτης ταγματάρχης Ανδρέας Μουζάκης, ο οποίος υπηρετούσε στο Επιτελείο της Ανωτέρας Τακτικής Διοικήσεως Αμμοχώστου.

Η επέμβαση της Τουρκικής Αεροπορίας έσωσε τους Τουρκοκύπριους από την παράδοση. Το ξημέρωμα της Κυριακής 21 Ιουλίου, τα τουρκικά αεροσκάφη εξαπέλυσαν σφοδρό βομβαρδισμό της πόλης, χωρίς να εξαιρέσουν έστω τον άμαχο πληθυσμό.  Υπήρξαν δεκάδες θύματα.  Καταστράφηκαν πολυκατοικίες και δημόσια κτίρια, όπως το Δικαστικό Μέγαρο Αμμοχώστου, το Αρχηγείο της Αστυνομίας, το Δημαρχείο, ακόμη και το Νοσοκομείο. Ευνοϊκά εξελίχθηκαν οι επιχειρήσεις κατά των Τουρκοκύπριων της Λάρνακας.  Οι τελευταίοι παρέτασσαν εκεί 450 περίπου ενόπλους υπό τη διοίκηση Τούρκων αξιωματικών.  Εναντίον τους επιτέθηκαν δύο ελληνικά τάγματα που την επόμενη μέρα πέτυχαν την εκπόρθηση των θυλάκων και την παράδοση των αντιπάλων μεταξύ των οποίων και ο διοικητής τους, ο οποίος ήταν Τούρκος αντισυνταγματάρχης.

Στην πόλη της Πάφου οι Τουρκοκύπριοι οχυρώθηκαν στη συνοικία τους (Μούτταλος), η οποία βρισκόταν σε απόσταση δύο χιλιομέτρων από το λιμάνι.  Διέθεταν 600-700 μαχητές υπό τη διοίκηση Τουρκοκύπριου συνταγματάρχη.  Η Εθνική Φρουρά διέθετε στην Πάφο μόνο ένα τάγμα, το 356, το οποίο επιτέθηκε κατά της τουρκοκυπριακής συνοικίας λίγο πριν από το μεσημέρι.  Τουρκικά αεροσκάφη όμως αναχαίτισαν την ελληνική επίθεση.   Η τακτική κατάσταση μεταβλήθηκε όταν επενέβη το αρματαγωγό «Λέσβος», το μόνο πλοίο του Πολεμικού Ναυτικού της Ελλάδας το οποίο βρέθηκε στην Κύπρο την περίοδο εκείνη.  Ο κυβερνήτης του «Λέσβος», πλωτάρχης Ελευθέριος Χανδρινός από την Αθήνα, με καθοδήγηση αξιωματικού από την ακτή διέταξε προσβολή της τουρκοκυπριακής συνοικίας.  Τα φονικά πυρά από τα Bofors των 40mm του ελληνικού αρματαγωγού δημιούργησαν ρήγματα στην τουρκοκυπριακή άμυνα, ενώ επαναλήφθηκε και η επίθεση από ξηράς.  Οι αμυνόμενοι άρχισαν να παραδίνονται και εντός του Σαββάτου 20 Ιουλίου κάθε αντίσταση έληξε.  Όσο για το «Λέσβος», απέπλευσε να απομακρυνθεί το ταχύτερο από την ακτίνα δράσης των τουρκικών αεροσκαφών.

Στο διήμερο 20 – 21 Ιουλίου όλοι σχεδόν οι τουρκοκυπριακοί θύλακοι κατελήφθησαν από τις ελληνικές δυνάμεις.  Εκεί όμως όπου θα κρίνονταν όλα, στο προγεφύρωμα στο Πεντεμίλι Κυρηνείας, οι Τούρκοι άντεχαν…

Κρίσιμη σύσκεψη στην Αθήνα

Στην Αθήνα, μόλις έγινε γνωστό ότι οι Τούρκοι διενεργούσαν απόβαση, συνήλθε στις 07:30 το ΑΣΕΑ (Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Αμύνης). Πολλοί αξιωματικοί τάχθηκαν υπέρ της άμεσης κήρυξης πολέμου στην Τουρκία, ενώ προτάθηκε η επίσημη ανακήρυξη της ένωσης Ελλάδας και Κύπρου.  Κατά μία μαρτυρία, αυτό εξετάστηκε για λόγους ανύψωσης του ηθικού των Κυπρίων, οι οποίοι έσπευδαν στα μέτωπα, ενώ το νησί ήδη φλεγόταν.  Ο ίδιος ο «αόρατος δικτάτορας» Ιωαννίδης φέρεται να δήλωσε: «Να αναγγείλουμε ότι θα κάνουμε την Ένωση. Κι ας μην το κάνουμε, θα το πούμε όμως για να εκφοβίσουμε τους Τούρκους, για να τους δείξουμε την αποφασιστικότητά μας».  Τελικά, πέραν των  διπλωματικών μέτρων, το Συμβούλιο αποφάσισε συγκεκριμένα στρατιωτικά μέτρα: διατάχθηκε προώθηση μονάδων στον Έβρο, στρώση ναρκοπεδίων, ενίσχυση των νήσων στο Ανατολικό Αιγαίο και διασπορά του στόλου.  Οι αεροδιάδρομοι FIR Αθηνών έκλεισαν και ο Έλληνας πρέσβης στην Άγκυρα ανακλήθηκε.

Το σημαντικότερο, όμως, ήταν η λήψη απόφασης για κήρυξη γενικής επιστράτευσης.  Κατά τις εκτιμήσεις των πρωταγωνιστών, ο ισχυρός άνδρας του καθεστώτος Δημήτριος Ιωαννίδης ήταν όντως αποφασισμένος να διατάξει επιθετική ενέργεια στην Ανατολική Θράκη.  Ο διοικητής των δυνάμεων στον Έβρο υποστράτηγος Παύλος Παπαδάκης, προσέδωσε επιθετική διάταξη στους σχηματισμούς, ενώ υποστηρίχθηκε ότι οι τουρκικές μονάδες αποσύρθηκαν σε βάθος λίγων χιλιομέτρων.  Διατυπώθηκε, όμως, και η αντίθετη άποψη: ότι δηλαδή, οι Τούρκοι διατήρησαν τις θέσεις τους, αρκούμενοι απλώς να παρατηρούν τις ελληνικές κινήσεις.

Η αυτοπεποίθηση του Ιωαννίδη δεν ήταν μετέωρη.  Ενισχύθηκε από εισηγήσεις επιτελικών αξιωματικών και παλαιότερες εκτιμήσεις των αρχηγών των Όπλων.  Ο αρχηγός ΓΕΑ μάλιστα, μήνες πριν από την εισβολή, τον διαβεβαίωσε ότι, σε περίπτωση σύρραξης, η ελληνική Αεροπορία θα κυριαρχούσε και θα κατέστρεφε τη μεγάλη γέφυρα του Βοσπόρου και τα δύο κέντρα διοίκησης και ελέγχου της τουρκικής Αεροπορίας.

Η τουρκική στρατιωτική και πολιτική ηγεσία αντιμετώπισε την είδηση για την ελληνική επιστράτευση με προβληματισμό αλλά και ψυχραιμία.  Ο λόγος σε τουρκική πηγή: «Το φάσμα του πολέμου πλανήθηκε απειλητικά πάνω από την Τουρκία. Επανεξετάσαμε τα μέτρα, τα οποία είχαμε σχεδιάσει για το Αιγαίο, ταυτόχρονα όμως προχωρήσαμε στην εκκένωση χωριών στην Ανατολική Θράκη… Η Αλικαρνασσός, από τις 20 Ιουλίου το βράδυ συγκλονιζόταν από τη φήμη ότι οι Έλληνες θα έκαναν απόβαση.  Οι διαδόσεις αυτές κυκλοφόρησαν από στόμα σε στόμα. Παντού κυριάρχησε πανικός.  Τόσο οι ντόπιοι  όσο και οι ξένοι τουρίστες απομακρύνθηκαν από την Αλικαρνασσό με ό,τι μέσο βρήκαν… Η ίδια κατάσταση επικράτησε και στις άλλες παραλιακές πόλεις.  Η αναταραχή συνεχίστηκε για δύο μέρες».

Οι μάχες γενικεύονται

Στην Κύπρο η δράση της τουρκικής Αεροπορίας -που δεν είχε αντίπαλο στους αιθέρες- συνεχίστηκε καθ’ όλη την 20η Ιουλίου έως και τη δύση του ηλίου.  Οι Τούρκοι προσέβαλαν πολλές μονάδες αιφνιδιαστικά και με σφοδρότητα.

Μία μονάδα που υπέστη απώλειες κινούμενη προς το Πεντεμίλι, ήταν το 316 Τάγμα, το οποίο συγκροτήθηκε στην περιοχή Μόρφου από επίστρατους υπό τη διοίκηση του αντισυνταγματάρχη Δημήτριου Μπίκου.  Γύρω στις 13:00, δύο λόχοι του τάγματος, οι οποίοι κινούντο προς την Κυρήνεια, προσέγγισαν την περιοχή Πεντεμιλίου, αγνοώντας ότι οι Τούρκοι είχαν ήδη αγκιστρωθεί στην ακτή και είχαν δημιουργήσει προγεφύρωμα.

Ανυποψίαστοι οι άνδρες του 316 Τάγματος, έπεσαν σε ενέδρα των Τούρκων, οι οποίοι είχαν στήσει οδόφραγμα για να καλύψουν το προγεφύρωμα από δυτικά.  Με τις πρώτες βολές κατά του οδοφράγματος, οι Τούρκοι απάντησαν με πλευρικά πυρά, καθώς ήταν κρυμμένοι αριστερά και δεξιά του δρόμου, εκμεταλλευόμενοι την πυκνή βλάστηση.  Στην προσπάθειά τους να εξέλθουν από τα οχήματα και να αντιτάξουν άμυνα, φονεύθηκαν αρκετοί άνδρες, με πρώτο τον επικεφαλής της φάλαγγας ανθυπολοχαγό, ενώ στη συνέχεια τραυματίστηκε και ο ίδιος ο αντισυνταγματάρχης Μπίκος και μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Λευκωσίας.  Στη μάχη αυτή φονεύθηκε ο διοικητής του τουρκικού 50ου Συντάγματος Πεζικού, συνταγματάρχης Καραογλάνογλου, διατυπώθηκε, όμως, και η εκτίμηση πως ο φόνος του Τούρκου αξιωματικού συνέβη αργότερα από αντιαρματικό βλήμα.

Ήταν εμφανές ότι οι ελληνικές δυνάμεις οι οποίες κατέφθασαν στην περιοχή Κυρήνειας – Πεντεμιλίου, ήταν ανεπαρκείς για μετωπική επίθεση και εξάλειψη του προγεφυρώματος.  Οι απώλειές τους υπήρξαν σημαντικές, ενώ κάποιες στερούντο των διοικητών τους εξαιτίας φόνου ή τραυματισμού.  Υπό τις συνθήκες αυτές, το ΓΕΕΦ αποφάσισε γενική επίθεση κατά του θύλακου και του προγεφυρώματος, τη νύκτα της 20ης προς 21η Ιουλίου, όταν η εχθρική αεροπορία δεν θα είχε τη δυνατότητα να δράσει, λόγω σκότους.

Οι Τούρκοι υποστήριξαν, και όχι άδικα, ότι τη νύχτα αυτή κρίθηκαν όλα.  Ήταν, κατά δήλωσή τους, «..το κρίσιμο δωδεκάωρο που θα καθόριζε τη μάχη της Κύπρου».

Πρώτη κινήθηκε τη νύχτα εκείνη η ΕΛΔΥΚ, λίγο μετά τις 19:00 και ενώ είχε αρχίσει να χάνεται το τελευταίο φως της ημέρας.  Γύρω στα μεσάνυχτα, οι Έλληνες στρατιώτες καθηλώθηκαν μπροστά από τα πρώτα σπίτια του Κιόνελι, δεχόμενοι καταιγιστικά πυρά.  Επειδή στερούνταν αρμάτων και βαρέων όπλων, οι άνδρες της ΕΛΔΥΚ δεν κατόρθωσαν να εισέλθουν στο χωριό. Όπως σημείωσε χαρακτηριστικά στρατιωτική πηγή, άλμα εφόδου για αγώνα σώμα προς σώμα θα σήμαινε ουσιαστικά επίθεση αυτοκτονίας.

Οι πιο σφοδρές μάχες εκείνης της νύκτας, διεξήχθησαν στην οροσειρά του Πενταδάκτυλου, όπου οι οχυρές θέσεις των Τουρκοκυπρίων είχαν ενισχυθεί με αλεξιπτωτιστές καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας.  Εναντίον τους κινήθηκαν, λίγο πριν από τα μεσάνυκτα, οι 31, 32 και 33 Μοίρες Καταδρομών, καθώς και η 34, η οποία αποτελούσε Μοίρα Επιστράτευσης.  Η 31 Μοίρα έδρασε ακαριαία και κατέλαβε τα υψώματα του Κοτζάκαγια, τα οποία ήταν ενισχυμένα με δεκάδες πολυβολεία.  Οι μάχες ήταν σκληρές και σώμα προς σώμα.  Σύμφωνα με την αφήγηση Κύπριου συμμετέχοντα καταδρομέα, «…τα υψώματα ήταν γεμάτα πολυβολεία και χαρακώματα.  Κάθε πολυβολείο είχε τουλάχιστον πέντε Τούρκους.  Μόλις ο λοχαγός μας φώναξε για έφοδο, ορμήσαμε ρίχνοντας χειροβομβίδες, πυροβολώντας στις θυρίδες και φωνάζοντας «αέρα».  Οι Τούρκοι άρχισαν να βγαίνουν από τα πολυβολεία τρέχοντας δεξιά και αριστερά.  Άλλοι πέταξαν τα όπλα τους και άλλοι φώναζαν ότι ήθελαν να παραδοθούν».

Η κατάληψη του Κοτζάκαγια, όπου οι Τούρκοι απώλεσαν τουλάχιστον 50 άνδρες, ήταν μια σπουδαία νίκη, όμοια της οποίας δεν παρουσίασε καμία άλλη μονάδα καθ’ όλη τη διάρκεια της εισβολής.

Σε σκληρές μάχες όμως ενεπλάκησαν και οι υπόλοιπες μοίρες καταδρομών.  Η 32 Μοίρα επιχείρησε κατάληψη του υψώματος Άσπρη Μούττη, το οποίο υπερασπίζονταν Τουρκοκύπριοι ενισχυμένοι από Τούρκους καταδρομείς.  Παρά την αρχική της προώθηση, η Μοίρα  υποχώρησε εκ νέου αφήνοντας πίσω της επτά άνδρες της νεκρούς.  Η 33 Μοίρα με αιφνιδιαστική έφοδο δύο λόχων της προωθήθηκε δυτικά και κατέλαβε εχθρικές θέσεις, ενώ η 34 ενήργησε ανάλογα, ανατρέποντας τις θέσεις άμυνας του εχθρού, δυτικά του χωριού Πάνω Δίκωμο.

Οι Τούρκοι άρχισαν να συνέρχονται μετά τα κτυπήματα που δέχθηκαν.  Ήταν ζωτικής σημασίας γι’ αυτούς να κρατήσουν έστω κάποια υψώματα και θέσεις στον Πενταδάκτυλο, ώστε να διατηρήσουν την επαφή ανάμεσα στον θύλακα και το προγεφύρωμα.  Γι’ αυτό αντεπιτέθηκαν πριν από το χάραμα.  Οι Τούρκοι στην επίθεσή τους αυτή έχασαν πάνω από 100 άνδρες, συνέχισαν όμως την προσπάθειά τους και διοχέτευσαν στη μάχη νέες μονάδες.  Η 31 Μοίρα άντεξε, αμυνόμενη ηρωικά, ώσπου το επόμενο πρωί (21 Ιουλίου) έλαβε την ακατανόητη διαταγή να εγκαταλείψει τον Κοτζάκαγια και να συμπτυχθεί στη διασταύρωση Αγίου Παύλου, προς υπεράσπισή της.  Έτσι, ο εχθρός κατέλαβε αμαχητί πλέον το αιματοβαμμένο ύψωμα, το οποίο, αν εκρατείτο, θα εμπόδιζε τη διέλευση των Τούρκων από την Κυρήνεια προς τη Λευκωσία.  Την ίδια ώρα η 33 Μοίρα δέχθηκε καταιγισμό βολών όλμων και πυρά πολυβόλων, ενώ την προσέβαλαν και τουρκικά αεροσκάφη.  Εκεί έπεσε, στην πρώτη γραμμή, ο διοικητής της Μοίρας, ταγματάρχης Γιώργος Κατσάνης.  Ετοιμαζόταν για μία καινούργια προώθηση επικεφαλής των Κύπριων καταδρομέων, όταν άκουσε από απέναντι να τον φωνάζουν: «Κατσάνη, μη χτυπάτε, εμείς είμαστε».  Ο ταγματάρχης προχώρησε για να δει περί τίνος επρόκειτο, όρθιος και χωρίς προφυλάξεις.  Τότε ακριβώς δέχθηκε τα φονικά πυρά των Τούρκων που ενέδρευαν.  Δεν ήταν παράδοξο που γνώριζαν το όνομά του.  Όπως αποδείχθηκε κατόπιν, οι Τούρκοι ήξεραν και φώναζαν στην τύχη και άλλα ονόματα αξιωματικών, που διοικούσαν δυνάμεις καταδρομών.  Με το κατασκοπευτικό δίκτυο που διέθεταν, γνώριζαν κάθε στοιχείο που αφορούσε τους Έλληνες αξιωματικούς στην Κύπρο…

Ας δούμε πώς περιέγραψαν οι Τούρκοι τη νύκτα εκείνη, κατά τη διάρκεια της οποίας κρίθηκε σε μεγάλο βαθμό η πορεία της σύγκρουσης:  Την αγωνία τους περιέγραψε ο γνωστός δημοσιογράφος Μεχμέτ Αλί Μπιράντ: «Ξαφνικά, η Κύπρος ξύπνησε.  Οι Έλληνες περίμεναν να φύγουν τα αεροπλάνα.  Στην ΕΛΔΥΚ που προχώρησε προς το Κιόνελι, συνοδεία τεθωρακισμένων, προστέθηκαν και οι μονάδες της Εθνικής Φρουράς… Τη νύκτα αυτή έγιναν οι πιο αιματηρές συγκρούσεις.  Τα πυρά έπεφταν βροχή από κάθε πλευρά.  Όσο περνούσε η ώρα, η θέση των τουρκικών και τουρκοκυπριακών μονάδων γινόταν όλο και πιο δυσχερής.  Η λαβίδα όλο και έσφιγγε.  Ο διοικητής της ΤΟΥΡΔΥΚ έδωσε εντολή: «Και τανκς να περάσουν από πάνω σας, δεν θα εγκαταλείψετε τις θέσεις σας».  Αν οι Έλληνες κατόρθωναν να περάσουν, όλα θα εξελίσσονταν διαφορετικά.  Στον Πενταδάκτυλο οι μάχες διεξήχθησαν στήθος με στήθος.  Κάποια στιγμή φάνηκε ότι οι Έλληνες ήταν κύριοι της κατάστασης, αλλά αμέσως μετά αποκρούστηκαν.  Οι απώλειες μεγάλωναν με τρομακτικό ρυθμό, ιδίως μεταξύ Τουρκοκύπριων αγωνιστών.  Ελέχθη ότι όλοι τους σχεδόν, περίπου 2000, έπεσαν σε αυτές τις πρώτες μάχες της επιχείρησης.  Η κατάσταση ήταν αφόρητη.  Στις 02:00 άρχισαν να φτάνουν βροχή στο στρατηγείο, στα Άδανα, σήματα από την Κύπρο για ενίσχυση.  Στις 04:30, με το ξημέρωμα, τα αεροσκάφη μας άρχισαν και πάλι να πετούν.  Με την εμφάνισή τους οι δυνάμεις μας ανέπνευσαν.  Ο κίνδυνος αποσοβήσθηκε…»

Η δεύτερη μέρα του πολέμου

Την Κυριακή 21 Ιουλίου οι Τούρκοι δεν διεύρυναν το μικρό προγεφύρωμα του Πεντεμιλίου, απλά παρέμειναν αγκιστρωμένοι στην ακτή και συνέχισαν να μεταφέρουν με ελικόπτερα καταδρομείς και πυρομαχικά.  Ομοίως συνεχίστηκαν και οι ρίψεις αλεξιπτωτιστών.  Οι βομβαρδισμοί από αέρος γενικεύθηκαν.

Προσβλήθηκαν ακόμα και χωριά τα οποία δεν παρουσίαζαν κανένα στρατιωτικό στόχο.  Τα θύματα μεταξύ του άμαχου πληθυσμού υπήρξαν δεκάδες.  Η αιτιολογία που δόθηκε από την τουρκική πλευρά είχε ως εξής: «Το δεύτερο αποβατικό κύμα θα έφθανε από την Τουρκία το πρωί της 22ης Ιουλίου.  Έτσι τη νύχτα που οι Έλληνες εξαπέλυσαν τη μεγάλη αντεπίθεση, στην Άγκυρα τα σχέδια τροποποιήθηκαν.  Στο Γενικό Επιτελείο πάρθηκε απόφαση να αρχίσει σκληρός βομβαρδισμός.  Ήταν η μόνη λύση για να καμφθεί η αντίσταση των Ελλήνων».

Γενικά, καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας, η δραστηριότητα των ελλαδικών και κυπριακών δυνάμεων υπήρξε περιορισμένη.  Το απόγευμα οι εισβολείς κατάφεραν να προωθηθούν πέραν του χώρου του αρχικού προγεφυρώματος λίγες εκατοντάδες μέτρα προς την κατεύθυνση της Κυρήνειας διευρύνοντάς το.  Τα σποραδικά πυρά του πυροβολικού της Εθνικής Φρουράς εναντίον τους ήταν μάλλον ασυντόνιστα και ανεπιτυχή.

Ενώ, λοιπόν, στην Κύπρο η κατάσταση παρέμενε στάσιμη, το μεσημέρι της Κυριακής 21 Ιουλίου απέπλευσε από τη Μερσίνα το δεύτερο και ισχυρότερο αποβατικό κύμα, το οποίο περιελάμβανε αυτό που θα έγερνε την πλάστιγγα της νίκης υπέρ της τουρκικής πλευράς: άρματα μάχης.

Την ίδια ημέρα, από το πρωί και έως τις 13:00, πραγματοποιήθηκε στο Πεντάγωνο η δεύτερη σύσκεψη, για την οποία ειπώθηκαν και γράφτηκαν πολλά.  Εκφράσθηκαν δισταγμοί ως προς την είσοδο της χώρας σε πόλεμο πλήρους κλίμακας με την Τουρκία, ιδιαίτερα από τον αρχηγό Στρατού, αντιστράτηγο Γαλατσάνο.  Στη συνέχεις τέθηκε το ζήτημα αποστολής αεροσκαφών F-4 Phantom και υποβρυχίων στην Κύπρο.  Ο αρχηγός ΓΕΑ, αντιπτέραρχος Αλέξανδρος Παπανικολάου, υποστήριξε να μην αποσταλούν αεροσκάφη στην Κύπρο, βασιζόμενος στο ολιγόλεπτο της δυνατότητας παραμονής τους πάνω από το νησί.  Συζητήθηκε η περίπτωση της αποστολής ενισχύσεων μέσω θαλάσσης, η οποία, όμως, αποκλείστηκε από τον αρχηγό ΓΕΝ Πέτρο Αραπάκη.  Εξετάστηκε επίσης η δυνατότητα της αιφνιδιαστικής προσβολής, με αεροσκάφη F-4 Phantom, της μεγάλης γέφυρας του Βοσπόρου, η οποία ήταν ισχυρής κατασκευής.  Μπονάνος και Αραπάκης ματαίωσαν όμως την αποστολή Phantom και των υποβρυχίων χαρίζοντας στους Τούρκους ανέλπιστη νίκη.

Προέλαση προς την Κυρήνεια

Από το πρωί της Δευτέρας 22 Ιουλίου, η τουρκική Αεροπορία εξαπέλυσε λυσσώδεις επιθέσεις διαρκείας σε όλη τη βόρεια παραλιακή ζώνη της Κύπρου, δυτικά της Κυρήνειας.  Οι θέσεις της Εθνικής Φρουράς βάλλονταν και από τα τουρκικά αντιτορπιλικά, τα οποία γύρω στις 10:00 πύκνωσαν τα πυρά τους.  Ήταν φανερό ότι πλησίαζε η ώρα της εξόρμησης των Τούρκων, οι οποίοι σε λίγο θα διέθεταν αυτό που έλειπε από την Εθνική Φρουρά: σύγχρονα άρματα μάχης.  Οι Τούρκοι προώθησαν τα πολύτιμα γι’ αυτούς άρματα μάχης Μ-47 και Μ-48 στο ανατολικό όριο του προγεφυρώματος, αφού επήγε η κατάληψη της Κυρήνειας και η συνένωσή της με τον θύλακο. Απέναντί τους ακροβολίστηκαν 62 καταδρομείς της 33 Μοίρας και οι άνδρες του 251 Τάγματος Πεζικού ή καλύτερα ό,τι είχε απομείνει από το τάγμα.  Ο αγώνας θα ήταν άνισος και προδιαγεγραμμένος, αφού συνολικά οι καταδρομείς και Εθνοφρουροί, οι οποίοι ανέλαβαν να ανακόψουν την πορεία των Τούρκων, δεν ξεπερνούσαν τους 300-400 άνδρες. Επιπλέον στερούντο αρμάτων για την αντιμετώπιση των εχθρικών Μ-48.

Η άμυνα των υπερασπιστών της Κυρήνειας ήταν ασυντόνιστη και χωρίς ελπίδα.  Οι περισσότεροι καταδρομείς αγνοούνται έως σήμερα, ενώ οι Τούρκοι εκτέλεσαν όσους συνέλαβαν.  Ο λοχαγός Νόκος Κατούντας και οι άνδρες του χάθηκαν αντιμετωπίζοντας τα τουρκικά άρματα.  Η τύχη τους δεν εξακριβώθηκε ποτέ.  Άλλοι 30 καταδρομείς οχυρώθηκαν σε ημιτελή οικοδομή και μάχονταν από εκεί.  Γρήγορα περικυκλώθηκαν από πεζικό και άρματα, τα οποία με τα πυροβόλα τους έβαλλαν κατά της οικοδομής.  Οι Κύπριοι καταδρομείς δεν θέλησαν να παραδοθούν.  Όταν απέμειναν δέκα, επεχείρησαν έξοδο αυτοκτονίας.  Όλοι τους εξήλθαν με ταχύτητα από τον κλοιό του θανάτου, βάλλοντες και βαλλόμενοι.  Οι πέντε έπεσαν νεκροί κατά την έξοδο, ενώ οι υπόλοιποι απεγκλωβίστηκαν.  Λίγα μέτρα παρακάτω, συνάντησαν ομάδα 30 Τούρκων στρατιωτών, τους οποίους προσέβαλαν και εξόντωσαν.  Τελικά οι πέντε ηρωικοί καταδρομείς κατάφεραν να βρουν σωτηρία στον Πενταδάκτυλο.

Ενώ πλησίαζε το μεσημέρι της Δευτέρας 22 Ιουλίου 1974, οι Τούρκοι εισέρχονταν στην Κυρήνεια.  Πυροβολούσαν προς κάθε κατεύθυνση χωρίς να κάνουν οικονομία πυρός, ένδειξη ότι διέθεταν επάρκεια πυρομαχικών.  Στόχευαν και φόνευαν αδιακρίτως, χωρίς διαχωρισμό στρατιωτών και αμάχων.  Αρκετοί κάτοικοι της πόλης, κυρίως υπερήλικες, οι οποίοι δεν πρόλαβαν να την εγκαταλείψουν, εκτελέστηκαν εν ψυχρώ.  Μέσα στην πόλη εγκλωβίστηκαν εκατοντάδες στρατιώτες και αξιωματικοί, οι οποίοι αμύνονταν μέσα από σπίτια και κήπους, αποκομμένοι και διασκορπισμένοι.  Οι Τούρκοι εντόπιζαν και απομόνωναν κάθε εστία αντίστασης, την οποία στη συνέχεια εκκαθάριζαν.  Η λεωφόρος Ελλάδος είχε πια πλημμυρίσει από τους εισβολείς.  Στις 12:00, ο Ναυτικός Σταθμός Κυρήνειας ανέφερε ότι ο εχθρός προχωρούσε παντού, ενώ ο πληθυσμός, αλλόφρων, εγκατέλειπε την πόλη.  Όσοι Εθνοφρουροί στάθηκαν τυχεροί, πρόλαβαν και εγκατέλειψαν την Κυρήνεια, από την ανατολική πλευρά και συγκεντρώθηκαν στο χωριό Άγιος Επίκτητος.  Οι Τούρκοι μετέφεραν τους αιχμαλώτους στο στάδιο «Πράξανδρος», στο οποίο τοποθετήθηκε φρουρά μπροστά στις πύλες και ένα τζιπ με πολυβόλο επ’ αυτού.  Εντός του γηπέδου, οι Τούρκοι επιδόθηκαν σε  ένα στυγνό δολοφονικό έργο, προβαίνοντας σε μαζικές εκτελέσεις όπως επιβεβαίωσαν μαρτυρίες επιζώντων και κατήγγειλε αργότερα ο Κύπριος αντιπρόσωπος του ΟΗΕ.

Από τους διακόσιους περίπου αιχμαλώτους, κυρίως στρατιώτες της Εθνικής Φρουράς, επέζησαν ελάχιστοι.  Ήταν μία αποτρόπαια πράξη, η οποία συνιστά έγκλημα πολέμου.  Εκεί, δίπλα στη θάλασσα, οι Τούρκοι άνοιξαν δύο μεγάλους λάκκους με εκσκαφείς και έριξαν μέσα τα πτώματα των εκτελεσθέντων.

Παράλληλα με τις συγκρούσεις εντός και πέριξ της Κυρήνειας, μάχες μαίνονταν και στη παλαιά πόλη της Λευκωσίας και σε άλλα μέτωπα.  Στην περιοχή Δικώμου πολέμησε σκληρά το 361 Τάγμα Πεζικού υπό τον Θεσσαλονικιό συνταγματάρχη Δημήτρη Χάντζο.  Το απόγευμα της Δευτέρας 22 Ιουλίου, ενώ η Κυρήνεια είχε πλέον πέσει, δύναμη 500 περίπου Τούρκων, συνοδευόμενη από άρματα, επιτέθηκε κατά λόχου του 361 Τάγματος.  Οι Κύπριοι στρατιώτες, 60 άνδρες με επικεφαλής τον Κρητικό υπολοχαγό Κώστα Μανουσάκη, αμύνθηκαν ηρωικά απέναντι στην υπέρτερη δύναμη των Τούρκων και τους προκάλεσαν μεγάλες απώλειες.  Όταν βράδιασε, οι αμυνόμενοι υποχώρησαν συγκροτημένα σε νέα γραμμή άμυνας.  Τελικά, οι Τούρκοι κατέλαβαν το Πάνω και Κάτω Δίκωμο.

Σύναψη προσωρινής ανακωχής

Από το μεσημέρι της 22 Ιουλίου και ενώ οι Τούρκοι είχαν πια στα χέρια τους την Κυρήνεια, συμφώνησαν σε ανακωχή.  Είχαν πετύχει να ενώσουν το προγεφύρωμα με τον θύλακα Λευκωσίας – Κιόνελι.  Συνέχισαν όμως να χτυπούν ελληνικές μονάδες και μετά την εκεχειρία, παραβιάζοντάς την.  Και ενώ έτσι μάχονταν οι Έλληνες στην Κύπρο, στην Αθήνα συνέβαιναν γεγονότα, τα οποία, εάν αληθεύουν, συνιστούν έγκλημα εσχάτης προδοσίας:  Ο αρχηγός Ενόπλων Δυνάμεων στρατηγός Γρηγόριος Μπονάνος επέμενε στην αδράνεια, ενώ σε πιέσεις αξιωματικών να στείλει αεροσκάφη στην Κύπρο, απάντησε το εξής τραγικό: «Οι Τούρκοι κτυπούν την Κύπρο. Εμείς είμαστε Ελλάς».  Το Πόρισμα της Βουλής των Ελλήνων επιβεβαίωσε τα παραπάνω και απέδωσε καίριες ευθύνες στον στρατηγό Μπονάνο.

Η προέλαση των Τούρκων συνεχίζονταν κατά τη διάρκεια της προσωρινής ανακωχής και πολλές φορές οι Τούρκοι πυροβολούσαν εναντίων των στρατευμάτων του ΟΗΕ

Σε άλλη περίπτωση, για την απογείωση 12 μαχητικών αεροσκαφών από την Κρήτη, το πρωί της 22ης Ιουλίου, την ώρα, δηλαδή, που βρισκόταν σε εξέλιξη η επίθεση των Τούρκων κατά της Κυρήνειας, η απογείωση ματαιώθηκε πάλι από τον Μπονάνο.  Ενδεικτικό της ηττοπάθειάς του είναι ότι σε άκρως απόρρητη κατάθεσή του προς τον Ευάγγελο Αβέρωφ, παραδέχθηκε αργότερα τα εξής συγκλονιστικά: «Οι ενισχύσεις Ναυτικού και Αεροπορίας δεν ενεπλάκησαν στον αγώνα της Κύπρου, διότι εκρίθη ότι εμπλοκή τους θα αποτελούσε αιτία έναρξης πολέμου μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας».

Την ίδια ώρα, η Τουρκία έπληττε αδιακρίτως ελλαδικούς και κυπριακούς στόχους και μάλιστα, προσέβαλε από αέρος πρώτα την ίδια την ΕΛΔΥΚ, χωρίς να υπολογίσει εάν αυτό «θα αποτελούσε αίτιο ελληνοτουρκικού πολέμου».  Δεν ήταν λοιπόν οι Έλληνες στρατιώτες, αεροπόροι και ναύτες που ηττήθηκαν. Αυτοί πολέμησαν με ηρωισμό και συχνά με αυταπάρνηση.  Αυτοί οι οποίοι απογοήτευσαν ήταν οι ηγέτες τους.

Προσφυγοποίηση εν μέσω εκεχειρίας

Με το τέλος του «ΑΤΤΙΛΑ 1» στις 23 Ιουλίου 1974, οι Τούρκοι κατείχαν το 4% περίπου της Κύπρου.  Στο προγεφύρωμα, μετέφεραν μέσα στις επόμενες δύο εβδομάδες, δύο ολόκληρες μεραρχίες, συνολικά 40.000 άνδρες και πάνω από 180 άρματα μάχης.  Στις 6 Αυγούστου, εν μέσω εκεχειρίας, απρόκλητα επιτέθηκαν με στόχο τις κωμοπόλεις Λάπηθο και Καραβά, οι οποίες απείχαν 12 περίπου χιλιόμετρα από την Κυρήνεια.  Στην περιοχή βρίσκονταν δύο τάγματα της Εθνικής Φρουράς, ένας λόχος ΕΛΔΥΚ, και ένας λόχος του 286 Μηχανοκίνητου Τάγματος.  Οι αμυνόμενοι κάλυψαν την έκτασης τριών περίπου χιλιομέτρων ζώνη ανάμεσα στη θάλασσα και τον Πενταδάκτυλο, η θέση τους όμως ήταν δεινή.  Ανατολικά τους βρισκόταν μεγάλο μέρος της 28ης Μεραρχίας των Τούρκων.  Νότια δέσποζε ο Πενταδάκτυλος, του οποίου τα στρατηγικότερα υψώματα ήλεγχε ο εχθρός.  Βόρεια, στη θάλασσα, κινούντο τα τουρκικά αντιτορπιλικά που με τα πυροβόλα τους μπορούσαν να προσβάλουν ανά πάσα στιγμή τις ελληνικές θέσεις.

Η επίθεση εκδηλώθηκε το πρωί της 6ης Αυγούστου, λίγο πριν από τις 06:00.  Οι Τούρκοι διέθεσαν δύναμη 8.000 και πλέον ανδρών, τους οποίους συνόδευσαν στην εξόρμησή τους 40 τουλάχιστον άρματα μάχης.  Αυτούς κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν λίγες εκατοντάδες Εθνοφρουροί, στερούμενοι και των στοιχειωδέστερων μέσων άμυνας.

Οι Τούρκοι επιτέθηκαν μετωπικά και χωρίς διαδοχικά άλματα, αγνοώντας το «πυρ και κίνηση».  Η πυκνότητα των πυρών των τουρκικών όλμων ήταν τέτοια, ώστε επλήγησαν τα προπορευόμενα τμήματά τους.  Ανώτερος αξιωματικός που πολέμησε εκεί, κατέθεσε: «Η πρώτη μας αντίδραση ήταν να καταστρέψουμε με «ΠΑΟ» ένα τανκ του εχθρού.  Η γενναιότητα και αποφασιστικότητα των στρατιωτών μας καθήλωσαν τους Τούρκους επ’ αρκετόν.  Αναγκάστηκαν και έριχναν όλο και περισσότερες δυνάμεις στη μάχη, τόσο ανδρών όσο και αρμάτων».

Την πρωτοφανή σε όγκο πυρός επίθεση των Τούρκων συμπλήρωσε η χρήση από μέρους τους, για πρώτη φορά, των εξαιρετικής απόδοσης βλημάτων Cobra.  Πρώτα κατέλαβαν τον Καραβά και λίγο πριν το μεσημέρι, καταλήφθηκε και η Λάπηθος.  Ταυτόχρονα, οι Τούρκοι μετέφεραν δια θαλάσσης πεζοναύτες στα μετόπισθεν των ελληνικών θέσεων.  Αυτοί εγκατέστησαν ενέδρες στις δύο πλευρές του δρόμου προς την Κυρήνεια και προσέβαλαν τους Εθνοφρουρούς που υποχωρούσαν, προκαλώντας νέες απώλειες.  Εξαιρετικά μεγάλες, όμως, υπήρξαν και οι απώλειες των επιτιθέμενων.  Οι όλμοι της Εθνικής Φρουράς αποδείχθηκαν φονικότατοι, ιδιαίτερα για τους στρατιώτες που κινήθηκαν από την πλευρά του Πενταδάκτυλου.  Εκεί οι Τούρκοι είχαν δεκάδες νεκρούς.  Αφηγείται σχετικά Κύπριος Εθνοφρουρός: «Στο Κεφαλόβρυσο υπολογίσαμε ότι υπήρχαν δύο τουρκικά τάγματα, τα οποία μας επετέθησαν.  Ο διοικητής μας, μαζί μας εκεί, έδινε στόχους στους ολμιστές μας και αυτοί χτυπούσανε.  Οι Τούρκοι, θα ήταν γύρω στους 600, έπαθαν πανωλεθρία.  Τους ρίξαμε περίπου 160 βλήματα».  Πολλοί Εθνοφρουροί εγκλωβίστηκαν ανάμεσα στις εχθρικές δυνάμεις.  Αρκετοί αγνοούνται έως σήμερα.  Κάποιοι περίμεναν να νυκτώσει και τότε επεχείρησαν να διαφύγουν είτε μέσω θαλάσσης είτε κινούμενοι προς τον Πενταδάκτυλο.

Με την επίθεση κατά της Λαπήθου και του Καραβά, οι εισβολείς επέκτειναν τη ζώνη κατοχής πολλά χιλιόμετρα προς τα δυτικά και προσφυγοποίησαν χιλιάδες Ελληνοκυπρίων.

Την επομένη, ο υπουργός Εξωτερικών, Γεώργιος Μαύρος, κατήγγειλε την τουρκική επίθεση και ανέφερε ότι παραβιάστηκε σε 80 περιπτώσεις η κατάπαυση του πυρός.  Την ώρα δηλαδή που ο «Αττίλας» προέλαυνε, δηλώνοντας και λεηλατώντας, η Αθήνα καταμετρούσε τις παραβιάσεις της ανακωχής εκ μέρους των Τούρκων.

Ταυτόχρονα ο Γεώργιος Μαύρος προέβη στην παρακάτω δήλωση, την οποία επανέλαβε και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής: «Κανείς δεν επιθυμεί τον πόλεμο.  Αν όμως η Ελλάδα έχει να διαλέξει μεταξύ πολέμου και ταπείνωσης, θα πολεμήσει».

Τελικά, η Ελλάδα και δεν πολέμησε και ταπεινώθηκε…

 

Ο χάρτης που εκθέτει τους Αμερικανούς

Κείμενο: Μιχάλης Ιγνατίου, Δημοσιογράφος

Henry Kissinger

Στις 13 Αυγούστου του 1974, στα γραφεία της CIA σχεδιάστηκε ένας χάρτης που έδειχνε την Κύπρο διχοτομημένη. Ήταν η Κύπρος της επόμενης ημέρας, της 14ης Αυγούστου, όταν οι Τούρκοι ξεκίνησαν τη δεύτερη εισβολή και σε 48 ώρες είχαν φτάσει μέχρι τα σημεία που κατέχουν παράνομα έως σήμερα.

Ο χάρτης αυτός, που παρουσιάστηκε ως έργο μίας ομάδας διπλωματών του State Department, παραδόθηκε στον Henry Kissinger ως πρόβλεψη για το πώς θα τελειώσει η κρίση, που ξεκίνησε με την άνανδρη τουρκική εισβολή 25 ημέρες πριν. Αυτή τη στιγμή βρίσκεται στον δεύτερο όροφο των Εθνικών Αρχείων των ΗΠΑ, στο Κάλεϊτζ Παρκ του Μέριλαντ, και οι ερευνητές, μπορούν να τον κάνουν με νόμιμο τρόπο κτήμα τους.

Ο χάρτης, που είναι το συγκλονιστικότερο έγγραφο-αποδεικτικό στοιχείο της ενοχής του Κίσινγκερ, έχει τη δική του ιστορία από τα γραφεία της CIA στο Λάνγκλεϊ, μέχρι τον έβδομο όροφο του Στέιτ Ντιπάρτμεντ στην Ουάσιγκτον. Ήταν μέρος των εγγράφων που έφεραν τον διακριτικό τίτλο «For eyes only» («Για τα μάτια μόνο») και τα οποία υποτίθεται ότι είχαν καταστραφεί.

Πρωτοπληροφορηθήκαμε την ύπαρξη του συγκεκριμένου χάρτη, αλλά και άλλων δώδεκα, από τον τότε υφυπουργό Εξωτερικών Τζόζεφ Σίσκο. Είχε πει με βεβαιότητα ότι όλοι οι χάρτες που σχεδιάστηκαν από τις 20 Ιουλίου 1974 μέχρι την 31η Αυγούστου του 1974 είχαν καταστραφεί.

Οι χάρτες είχαν γίνει το παιχνίδι μιας ομάδας ερευνητών και φοιτητών, οι οποίοι αναζητούσαν τα έγγραφα του τότε υπουργού Εξωτερικών για τη Χιλή και την Κύπρο. Από κάποια στιγμή και μετά, είχε καταντήσει το αστείο των μελών της ομάδας, αλλά συνάμα και ο πόνος τους. Τελικά, ο χάρτης με τον αριθμό 9 βρέθηκε σε χώρο των Εθνικών Αρχείων μαζί με άλλα έγγραφα που έφεραν τον χαρακτηριστικό κωδικό «Για τα μάτια μόνο». Πρόκειται για εισηγήσεις και προτάσεις προς τον Κίσινγκερ, που αφορούσαν την Κύπρο, την Ελλάδα και άλλα μέρη του κόσμου.

Στο πακέτο εκείνο συμπεριλαμβανόταν και το περίφημο μνημόνιο του Χέλμουτ Σόνενφελτ, του νομικού συμβούλου του Κίσινγκερ, που κάλυπτε με ακρίβεια, όπως και ο χάρτης με τον αριθμό 9, τα εδάφη που θα καταλάμβαναν οι Τούρκοι μετά το τέλος της δεύτερης εισβολής.

Το μνημόνιο Σόνενφελντ

Στις 13 Αυγούστου του 1974, και αφού είχε ολοκληρώσει τον κύκλο των συζητήσεών του με διπλωμάτες και πολιτικούς στη Γενεύη, την Άγκυρα και την Αθήνα, ο Κίσινγκερ κάλεσε στο γραφείο του τον Σόνενφελτ. Ο τελευταίος, αποτελούσε αυτό το παράξενο μείγμα του διπλωμάτη-δικηγόρου, που δεν είχε αισθήματα. Η συνομιλία τους διακόπηκε πολλές φορές, καθώς τα τηλεφωνήματα και τα τηλεγραφήματα από την Γενεύη έπεφταν όπως το χαλάζι.

Ο χάρτης Νο. 9

Ετυμηγορία – ταφόπλακα

Ο Κίσινγκερ ρώτησε: Τι κάνουμε εάν ο Ετσεβίτ δώσει εντολή στον Γκιουνές (τον υπουργό Εξωτερικών της Τουρκίας) να εγκαταλείψει τη Γενεύη.

Η απάντηση ήρθε ύστερα από μερικές ώρες. Το πρωί της μοιραίας 14ης Αυγούστου και ενώ οι ορδές του Αττίλα σάρωναν τη Μεσαορία και απειλούσαν να φτάσουν στην Αμμόχωστο, ο Σόνενφελτ παρέδωσε την ετυμηγορία του, η οποία ήταν η ταφόπετρα για το νησί. Έγραφε τα εξής:

«Απόρρητο – Για τα μάτια μόνο»
(«Secret – EYES ONLY»):
Department of State
Μνημόνιο για τον υπουργό Εξωτερικών
Από τον
HELMUT SONNENFELDT
14 Αυγούστου 1974
Θέμα: Ενέργειες στην Κύπρο.

Ζητήσατε κάποιες σύντομες ιδέες για το τι κάνουμε στη συνέχεια.

Τίποτα από ό,τι μπορώ να σκεφτώ δεν θα σταματήσει τους Τούρκους από το να προσπαθήσουν να εξασφαλίσουν διά της βίας όσα απαίτησαν στα τελεσίγραφά τους. Ουσιαστικά, όπως ήταν έτσι κι αλλιώς η αλήθεια, η μόνη βιώσιμη λύση (modus vivendi) θα πρέπει να βασισθεί σε μια ντε φάκτο διαίρεση του νησιού, όποια και αν είναι η μορφή της.

Εάν οι Τούρκοι κινηθούν γρήγορα και μετά αναγκασθούν να υποχωρήσουν, ίσως προκληθεί ελληνική αντίδραση και τότε ίσως μας δοθεί η ευκαιρία να προσπαθήσουμε για μια συμφωνία (η οποία ίσως σώσει και τον Καραμανλή).

Καθώς οι Σοβιετικοί μπορούν να λειτουργήσουν ως φόβητρο, πρέπει να τους κρατήσουμε σε απόσταση. Δεν μπορούν να εξελιχθούν σε διαιτητές μεταξύ συμμάχων των Ηνωμένων Πολιτειών. Τα συμφέροντά τους διαφέρουν ριζικά από τα δικά μας. Εμείς επιθυμούμε ένα modus vivendi μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας, ενώ αυτοί θέλουν μια αδέσμευτη Κύπρο και προτιμούν την Ελλάδα ή την Τουρκία ή και τις δύο αποστασιοποιημένες από το ΝΑΤΟ.

Έτσι θα πρέπει:

-Να προσπαθήσουμε, επειγόντως, να περιορίσουμε την ελληνική αντίδραση, τουλάχιστον για 24 ώρες.

– Να πούμε ξεκάθαρα στους Τούρκους ότι πρέπει να σταματήσουν σήμερα ή το αργότερο αύριο (tomorrow at the latest).

– Να προειδοποιήσουμε τους Τούρκους ότι η Ελλάδα κινείται ταχύτατα προς τα αριστερά.

– Να στείλουμε έναν υψηλόβαθμο αξιωματούχο στην Αθήνα για να ασκεί συνεχή και άμεση επιρροή στον Καραμανλή.

– Με δεδομένο ότι οι Τούρκοι θα καταλάβουν γρήγορα την Αμμόχωστο, να διαβεβαιώσετε ιδιωτικά τους Τούρκους ότι θα τους εξασφαλίσουμε λύση που θα περιλαμβάνει το ένα τρίτο του νησιού, στο πλαίσιο κάποιου διακανονισμού ομοσπονδιακής φύσης.

– Να διαβεβαιώσουμε τους Έλληνες ότι θα περιορίσουμε τις τουρκικές απαιτήσεις και δεν θα επιτρέψουμε άλλους εγκλωβισμένους κλπ

Δεν πρέπει να εμπλακείτε άμεσα, ώστε να σταματήσουν οι εχθροπραξίες. Αφού γίνει αυτό, πρέπει να το κάνετε διότι δεν υπάρχει εναλλακτική δυνατότητα, και μόνο εμείς έχουμε το βάρος να το πράξουμε.

Δεν νομίζω ότι οι Βρυξέλλες και το ΝΑΤΟ είναι το μέρος που πρέπει να χρησιμοποιήσουμε (σ.σ. για έδρα των ελληνοτουρικών συζητήσεων) όταν έρθει η ώρα. Οι Έλληνες είναι πιθανότατα πολύ χολωμένοι με το ΝΑΤΟ και η διαδικασία μιας συνάντησης σε υπουργικό επίπεδο είναι περίεργη. Εξάλλου, χρειάζεστε τον Ετσεβίτ και τον Καραμανλή.

Το Λονδίνο ίσως δεν είναι αποδεκτό από τους Τούρκους λόγω της επίθεσης που δέχτηκαν από τον Κάλαχαν. Δεν θα πρέπει να μεταβείτε στις δύο πρωτεύουσες Αθήνα και Άγκυρα. Αυτό ίσως σημαίνει Γενεύη.

Η Ουάσιγκτον, στο πλαίσιο πρωτοβουλίας του Προέδρου θα ήταν εντάξει, αλλά θα είναι δύσκολο να καταφέρουμε να έρθουν τα ενδιαφερόμενα μέρη. Επίσης, θα εκληφθεί ως πρόκληση από τους Ρώσους. Η Νέα Υόρκη θα καθιστούσε δύσκολη τη διατήρηση των Ρώσων μακριά από τη διαδικασία. Θα μπορούσατε επίσης να επιχειρήσετε τη Ρώμη».

Υπογραφή Σόνενφελτ

Οι ΗΠΑ διατηρούν την ίδια πολιτική

Το μνημόνιο προς τον Κίσινγκερ αποτελεί τρανταχτή απόδειξη του βρώμικου ρόλου του Χένρι Κίσινγκερ και της τότε αμερικανικής κυβέρνησης. Ο Αμερικανός υπουργός ακολούθησε πιστά μία προς μία τις οδηγίες και τις εισηγήσεις του νομικού του συμβούλου. Ό,τι σχεδιάστηκε εκείνες τις ημέρες στην Ουάσιγκτον δεν έχει αλλάξει μέχρι σήμερα.

 

Ετικέτες: , ,

Πραξικόπημα με τις «ευλογίες» των ΗΠΑ

Κείμενο: Μιχάλης Ιγνατίου, Δημοσιογράφος

Η Εθνική Φρουρά της Κύπρου, της οποίας ηγούνται Έλληνες αξιωματικοί, έχει καταλάβει την εξουσία και ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος έχει αναφερθεί ότι είναι νεκρός.

Η αξιωματούχος του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας του Λευκού Οίκου Rosemary Niehuss, παραδίδει στην Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών Χένρι Κίσινγκερ ένα απόρρητο υπόμνημα με τίτλ層Το πραξικόπημα στην Κύπρο από την ελεγχόμενη από Έλληνες αξιωματικούς Εθνική Φρουρά και ο θάνατος του Μακαρίου». Το ρολόι έδειχνε 6 το πρωί (ώρα Ουάσιγκτον -1 το μεσημέρι ώρα Λευκωσίας) της Δευτέρα 15 Ιουλίου 1974. Ο ισχυρός άνδρας του Στέιτ Ντιπάρτμεντ παραλαμβάνει το υπόμνημα, το διαβάζει μεγαλοφώνως και καλεί σε σύσκεψη για την αντιμετώπιση της κατάστασης. Η αντικατάσταση του Μακαρίου, με τον οποίο βρισκόταν μόνιμα «στα μαχαίρια» άλλαζε το σκηνικό στην ανατολική Μεσόγειο. Τα στρατηγικά συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών ίσως να βρίσκονταν σε κίνδυνο, παρότι, όπως αναφέρεται στο memo «η εξωτερική πολιτική της Κύπρου (μετά την ανατροπή του Μακαρίου) θα παρέμενε αναλλοίωτη».

Οι Αμερικανοί ενημερώθηκαν

Τέσσερις ώρες πριν, το τέλεξ στον 5ο όροφο του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, στο νεοσύστατο Γραφείο Νότιας Ευρώπης, κτυπούσε δαιμονισμένα.  Ο πρέσβης των ΗΠΑ στην Λευκωσία, Ρότζερ Ντέιβις, που αργότερα δολοφονήθηκε από Ελληνοκύπριους οπλοφόρους, πληροφορούσε τους υπεύθυνους του Γραφείου και τον Χένρι Κίσινγκερ, ότι μισή ώρα πριν (στις 8:30 το πρωί ώρα Κύπρου), είχαν παρατηρηθεί κινήσεις αρμάτων μάχης στην κυπριακή πρωτεύουσα και παντού ακούγονταν πυροβολισμοί, ιδιαίτερα από την περιοχή του Προεδρικού Μεγάρου.

Ο Ντέιβις, είχε φτάσει στην Κύπρο δύο εβδομάδες πριν από το πραξικόπημα και μόλις την Παρασκευή 12 Ιουλίου είχε επιδώσει τα διαπιστευτήριά του στον Μακάριο. Οι δύο άνδρες είχαν μία μεγάλης χρονικής διάρκειας συνομιλία και, όπως θυμάται Αμερικανός διπλωμάτης, συζητήθηκε η πιθανότητα πραξικοπήματος. Ο Αρχιεπίσκοπος ήταν βέβαιος ότι «δεν υπάρχει (τέτοια) περίπτωση», αφού μόλις το προηγούμενο βράδυ οι κυπριακές Αρχές είχαν επιτύχει μία εντυπωσιακή νίκη εναντίον της ΕΟΚΑ Β’. Με εντολές της χούντας, που στόχευε στη διεύρυνση του χάσματος μεταξύ του Μακαρίου και των αντιπάλων του, ηγετικό στέλεχος της οργάνωσης τηλεφώνησε σε αξιωματικό του Εφεδρικού Σώματος και του αποκάλυψε ότι σε σπίτι στη Λευκωσία συνεδρίαζαν ο εκ των συναρχηγών της ΕΟΚΑ Β’, Λευτέρης Παπαδόπουλος, και μερικοί υπεύθυνοι τομέων. Η σύλληψή τους είχε γύρει την πλάστιγγα υπέρ του Μακαρίου. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε ο Κύπριος ηγέτης που αρκετές φορές διακατέχοταν από μία περίεργη αλαζονεία, ως να ηγείτο υπερδύναμης.

Εκείνο το μοιραίο για την Κύπρο πρωινό η κ. Niehuss, η οποία παρέμεινε στον στενό κύκλο των συμβούλων του Κίσινγκερ και μετά την αποχώρησή του από την κυβέρνηση, έγραψε στον προϊστάμενό της: «Όλες οι αναφορές που φτάνουν από τις δυνάμεις της Εθνικής Φρουράς υπογραμμίζουν ότι αυτή η υπόθεση (σ.σ του πραξικοπήματος) είναι ξεκάθαρα εσωτερική υπόθεση της Κύπρου και αφορά την ελληνική κοινότητα. Η Εθνική Φρουρά κάλεσε τον λαό να παραμείνει ήρεμος». Η βοηθός του Αμερικανικού υπουργού σημείωνε επίσης ότι «ανάμεσα στις αναφορές για σποραδικούς πυροβολισμούς που είχαν σχέση με το πραξικόπημα, δεν αναφέρεται τίποτα και κανένα σοβαρό περιστατικό που να έχει σχέση με τους Τουρκοκύπριους».

Και συνέχιζε: «Μέχρι τώρα η αντίδραση της τουρκοκυπριακής κοινότητας είναι μια έκκληση για ηρεμία από τον ηγέτη της Νενκτάς και ένα κάλεσμα για παρέμβαση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών».

Ήταν φανερό, από την πρώτη αυτή αναφορά, ότι η Τουρκία και οι Τουρκοκύπριοι δεν είχαν εισέλθει στο πολιτικό και στρατιωτικό παιχνίδι που ξεκίνησε με το πραξικόπημα εναντίον του Μακαρίου. Αυτό θα συνέβαινε λίγες μέρες μετά και θα κατέληγε στην τουρκική εισβολή εναντίον της Κύπρου, η οποία πραγματοποιήθηκε με τη σιωπηρή συγκατάθεση της αμερικανικής κυβέρνησης. Η τελευταία έπνεε τα λοίσθια λόγω του σκανδάλου Γουότεργκέιτ και λίγες εβδομάδες μετά, ο Ρίτσαρντ Νίξον εξαναγκάστηκε σε ταπεινωτική παραίτηση.

Φταίει ο Μακάριος

Το απόρρητο memo του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας, με ημερομηνία 15 Ιουλίου 1974 και ώρα παράδοσης την 6η πρωινή, αποχαρακτηρίστηκε πρόσφατα στην ολότητά του. Μέσα από τις γραμμές του, φαίνεται μία προσπάθεια να παρουσιαστεί το πραξικόπημα που σχεδίασε και εκτέλεσε ο Ιωαννίδης ως υπόθεση που δεν αφορούσε κανέναν άλλο παρά τους Ελληνοκύπριους και η συγγραφέας (που ανήκε στον ισχυρό πυρήνα των συμβούλων του Κίσινγκερ), δείχνει να επιμένει πως εάν δεν ενοχληθεί κανένας Τουρκοκύπριος από τους πραξικοπηματίες, η Άγκυρα «ίσως να είναι συγκαταβατική στις εξελίξεις». Όπως είναι γνωστό, μέχρι τις 5 το πρωί της 20ης Ιουλίου, όταν δηλαδή ξεκίνησε η εισβολή, οι πραξικοπηματίες προφύλαξαν τους Τουρκοκύπριους. Σύμφωνα με πληροφορίες, είχε συμφωνηθεί σε συννενόηση με την UNFICIP (ειρηνευτική δύναμη του ΟΗΕ στην Κύπρο), να κλείσουν οι τουρκικοί θύλακοι οι οποίοι είχαν εξασφαλισμένη προστασία από τους άνδρες της ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ, ώστε να μην ενοχληθεί κανένας Τουρκοκύπριος. Αντίθετα, εκατοντάδες Ελληνοκύπριοι – οι περισσότεροι οπαδοί της ΕΔΕΚ – φυλακίστηκαν ή δολοφονήθηκαν.

Η κ. Niehuss έγραψε στον Κίσινγκερ τα εξής:
«Υπάρχουν δύο πιθανότητες για την τουρκική πλευρά:
α)Εάν οποιεσδήποτε συγκρούσεις που έχουν σχέση με το πραξικόπημα αρχίσουν να εκχύονται στην τουρκοκυπριακή κοινότητα και την απειλήσουν σοβαρότατα, η Τουρκία ίσως κινηθεί για να εκπληρώσει την υπόσχεσή της για άμεση στρατιωτική βοήθεια. Αυτή η κίνηση θα έχει επιπτώσεις στη γενικότερη τουρκο-ελληνική αντιπαράθεση.

β)Εάν η τουρκοκυπριακή κοινότητα παραμείνει σχετικά ανεπηρέαστη και οι ανάγκες της εκπληρωθούν από τη νέα κυβέρνηση, η Τουρκία ίσως να είναι συγκαταβατική σ’ αυτές τις εξελίξεις. Σημειωτέον ότι οι ηγέτες του πραξικοπήματος είπαν όλα τα σωστά πράγματα γι’ αυτό (σ.σ: το πραξικόπημα), ότι δηλαδή είναι εσωτερική υπόθεση της Κύπρου, ότι η νέα κυβέρνηση υπόσχεται τη συνέχιση των διακοινοτικών συνομιλιών (και όχι την ένωση με την Ελλάδα που θα ενέπλεκε την Τουρκία) και ότι η εξωτερική πολιτική δεν θα αλλάξει».

Στο ίδιο απόρρητο υπόμνημα, η σύμβουλος του Κίσινγκερ δικαιολογεί λίγο-πολύ την απαράδεκτη πράξη της ελληνικής χούντας επιρρίπτοντας ευθύνη στον Μακάριο, ότι στην ουσία ερέθισε τους Έλληνες στρατιωτικούς. Γράφει στον προϊστάμενό της:

«Αυτή η κατάσταση (σ.σ. εννοεί το πραξικόπημα) είναι η δυναμική λύση στις ανησυχίες της Αθήνας για τον Μακάριο από τον αρχηγό της χούντας Ιωαννίδη. Σύμφωνα με ακριβείς πληροφορίες (από τις μυστικές υπηρεσίες) είναι αυτό που πιθανολογούσε τις τελευταίες εβδομάδες ο αρχηγός της χούντας Ιωαννίδης. Οι προσπάθειες του Μακαρίου για να αποσυρθούν οι Έλληνες αξιωματικοί που υπηρετούσαν στην Εθνική Φρουρά και οι οποίοι αποτελούσαν το βασικό εργαλείο επιρροής (της χούντας) στο νησί, προκάλεσε αυτά τα γεγονότα».

Τον προτιμούσε νεκρό

Η κ. Niehuss αναφέρει στον Κίσινγκερ ότι η CIA παρακολουθεί στενά την κατάσταση. Ενημερώνει πως βασικά το ενδιαφέρον των μυστικών υπηρεσιών είχε στραφεί προς την Άγκυρα και τη Μόσχα. Σύμφωνα με τους Αμερικανούς, η Τουρκία είχε στρατηγικά συμφέροντα στο νησί, λόγω της παρουσίας των Τουρκοκυπρίων, ενώ η Σοβιετική Ένωση νοιαζόταν για τα μέλη του ΑΚΕΛ, που την υποστήριζαν με φανατισμό. Γράφει στον Κίσινγκερ:

«Οι Σοβιετικοί θα παρακολουθούν με προσήλωση τις εξελίξεις στην Κύπρο. Είναι πιστοί υποστηρικτές του Μακαρίου, κάτω από τον οποίο αναπτύχθηκε την τελευταία δεκαετία ένα δυνατό τοπικό κομμουνιστικό κόμμα. Σύμφωνα με αξιόπιστες πληροφορίες (οι Σοβιετικοί) ανησυχούσαν για τις εντάσεις μεταξύ της Αθήνας και της Λευκωσίας και το ενδεχόμενο η Αθήνα να κινηθεί εναντίον του Μακαρίου. Δεν επιθυμούν να γίνει η Κύπρος ΝΑΤΟϊκή».

Σύμφωνα με τις μαρτυρίες των συνεργατών του, η αναγγελία του θανάτου του Αρχιεπισκόπου -που αποδείχθηκε ένα μεγάλο ψέμα της χούντας- δεν στενοχώρησε καθόλου τον Αμερικανό υπουργό. Αντίθετα, ο Σίσκο, ο Μπόγιατ και άλλοι αξιωματούχοι που γνώριζαν προσωπικά τον Μακάριο, λυπήθηκαν. Όταν έγινε γνωστό πώς ο Αρχιεπίσκοπος σώθηκε με τη βοήθεια των Βρετανών και του ΟΗΕ, ο Κίσινγκερ δεν ήταν χαρούμενος. Γνώριζε πως ο Μακάριος «θα δημιουργούσε πάλι προβλήματα». Οι συνεργάτες του υπουργού εισηγήθηκαν την επίλυση του προβλήματος με την επιστροφή του Μακαρίου. Με τον τρόπο αυτό απέκλειαν κάθε εμπλοκή της Τουρκίας, αφού η επιστροφή θα σήμαινε αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης. Ήταν τότε που ο Κίσινγκερ με τον σκληρό πυρήνα της ομάδας του, άρχισε να κωλυσιεργεί…

Ο επικεφαλής της Διευθυνσης Ελλάδας, Τουρκίας, Κύπρου και Ιράν, Ρόμπερτ Ντίλον, προσφέρει τη δική του μαρτυρία:

«Ο (διευθυντής του Γραφείου Κύπρου) Τόμας Μπόγιατ πρότεινε και είχε απολύτως δίκαιο, ότι υπήρχε λύση: Να επιστρέψει ο Μακάριος στην Κύπρο και να τον επανατοποθετήσουμε στη θέση του, ως νόμιμο ηγέτη της. Όταν με ρώτησαν κατά πόσον οι Τούρκοι θα αποδέχονταν τον Μακάριο, απάντησα ότι εάν η κίνηση αυτή γινόταν γρήγορα τότε η Άγκυρα θα συναινούσε. Αν περνούσαν οι ημέρες, οι Τούρκοι μπορεί να είχαν αντιρρήσεις. Οι προτάσεις μας εστάλησαν στον υπουργό. Ο Κίσινγκερ δεν συμπάθησε ποτέ τον Μακάριο και ήταν ευτυχής από την απομάκρυνσή του. Του άρεσε η νέα εξέλιξη και μας έβλεπε εμάς ως χαμηλόβαθμους γραφειοκράτες με έλλειψη φαντασίας, που δεν είχαν τη δυνατότητα να αρπάξουν τις ευκαιρίες. Συζήτησε για τη λύση Κληρίδη. Ο Μπόγιατ, που ήξερε την Κύπρο, του είπε ότι ο Κληρίδης είναι σοβαρός πολιτικός αλλά δεν ήταν η λύση. Η περιπέτεια συνεχίστηκε και δεν κάναμε τίποτε για να φέρουμε πίσω τον Μακάριο. Βαθμιαία οι θέσεις των Τούρκων σκλήρυναν και έγινε φανερό ότι δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτε άλλο από το να προσπαθούμε να αποτρέψουμε την εισβολή τους στην Κύπρο».

Να μην κάνουμε τίποτα

Λίγες ώρες μετά την εκδήλωση του πραξικοπήματος,  τα γεγονότα αναλύθηκαν από τον υπεύθυνο Ευρώπης του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, Άρθουρ Χάρτμαν, με υπόμνημά του προς τον Κίσινγκερ, όπου σημειώνονταν οι εναλλακτικές επιλογές, τις οποίες έπρεπε να μελετήσει ο πολιτικός του προϊστάμενος και στη συνέχεια να λάβει τις αποφάσεις του. Ο Χάρτμαν κάτω από τον τίτλο «επιλογές» («Options»), έγραφε στον υπουργό Εξωτερικών τα εξής:

«1. Να μην κάνουμε τίποτε: Μπορούμε να ακολουθήσουμε μία γραμμή όπου ενώ θα εξετάζουμε την πρόσφατη βία η αμερικανική κυβέρνηση δεν θα αναμειχθεί στην κατάσταση στην Κύπρο. Αυτή είναι μια μη εφικτή επιλογή λαμβάνοντας υπόψη την προηγούμενη άμεση ανάμειξή μας στην Κύπρο, τη συχνά επαναλαμβανόμενη πολιτική μας που υποστηρίζει μια ειρηνική λύση των κυπριακών προβλημάτων στη βάση ενός ενιαίου, κυρίαρχου και ανεξάρτητου κράτους και των τόσων μας δηλώσεων ενάντια στη βία από οποιαδήποτε πηγή σε σχέση με την Κύπρο. Πέραν αυτής της θέσης θα το καθιστούσαμε δύσκολο για την αμερικανική κυβέρνηση να διαβεβαιώσει την επιρροή των ΗΠΑ σε ένα μελλοντικό στάδιο που οι Έλληνες και οι Τούρκοι μπορεί να εμπλέκονταν σε στρατιωτική αντιπαράθεση και να μας καταστήσει τρωτούς σε πολύπλοκες σοβιετικές αλλαγές. Αυτή η επιλογή θα έφερνε επίσης έντονη κριτική δημόσια, από τον Τύπο και το Κογκρέσο, μιας πολιτικής που θα ήταν μια de facto υποστήριξη του ελληνικού πραξικοπήματος.

2. Προσπάθεια αποκατάστασης του status quo χωρίς κυρώσεις:
Έχουμε την επιλογή να πληροφορήσουμε τον στρατηγό Ιωαννίδη άμεσα και ξεκάθαρα ότι η αμερικανική κυβέρνηση είναι ενάντια στη βία στην οποία κατέληξε τη ελληνική κυβέρνηση, καθώς και στην ανατροπή της νόμιμα εκλεγμένης κυβέρνησης της Κύπρου. Θα μπορούσαμε να καλέσουμε την κυβέρνηση της Ελλάδας να αποσύρει τους αξιωματικούς της και τα στρατιωτικά στελέχη της για να επιτρέψει στην κυβέρνηση της Κύπρου να επανακτήσει τα συνταγματικά της δικαιώματα. Αυτή η προσέγγιση θα μπορούσε να πλαισιωθεί από μια ανανεωμένη έκφραση υποστήριξης μιας ειρηνικής λύσης του κυπριακού προβλήματος μέσω διακοινοτικών συνομιλιών βάσει μιας ενιαίας, κυρίαρχης και ανεξάρτητης Κύπρου. Αυτή η πολιτική πιθανόν να ευχαριστούσε τους Σοβιετικούς και τους Τούρκους αλλά θα ήταν πολύ δύσκολο να τη δεχτεί ο στρατηγός Ιωαννίδης. Αν περιοριστούμε σε διπλωματικές αντιπροσωπείες είναι δυνατό ο στρατηγός Ιωαννίδης και το ελληνικό καθεστώς απλά να μας αγνοήσουν.

3.Προσπάθεια αποκατάστασης του status quo με κυρώσεις:
Μία τρίτη επιλογή θα ήταν να ακολουθήσουμε την ίδια γραμμή, όπως τονίσαμε στη δεύτερη επιλογή μας πιο πάνω, αλλά στηρίζοντάς την με μια σειρά από κυρώσεις αρχίζοντας από τον τερματισμό στρατιωτικής βοήθειας έως και στη διακοπή διπλωματικών σχέσεων με την Ελλάδα και έτσι θα μπορούσαμε να ρισκάρουμε το χάσιμο στρατηγικών εγκαταστάσεων που έχουμε στο νησί. Μελετούμε το ενδεχόμενο μιας ενέργειας μαζί με άλλα κράτη όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, το NATOSYGLuns, την Ομόσπονδη Δημοκρατία της Γερμανίας και τα Ηνωμένα Έθνη».

Ο Κίσινγκερ δεν έπραξε τίποτα… Δεν συμφώνησε με καμία εισήγηση των συνεργατών του. Αντίθετα οδήγησε τα πράγματα εκεί που πίστευε πως εξυπηρετούνταν τα στρατηγικά συμφέροντα της Ουάσιγκτον. Στις 20 Ιουλίου οι Τούρκοι στρατιώτες εισέβαλαν στο νησί, όπου παραμένουν μέχρι σήμερα. Και είναι γεγονός πως από το 2004, όταν κατατέθηκε ενώπιον των Κυπρίων το φιλοτουρικό σχέδιο Ανάν, μέχρι και σήμερα, όλες οι προσπάθειες των Αμερικανών είναι εμφανέστατα αντικυπριακές και είναι πλέον ορατός ο κίνδυνος νομιμοποίησης των τετελεσμένων της εισβολής…

 

Τα «σιαμαία» ιουλιανά εγκλήματα

Κείμενο ΑΝΘΟΣ ΛΥΚΑΥΓΗΣ, τ. Σύμβουλος Επικοινωνίας της Κύπρου στην Ελλάδα

Ότι Ουάσιγκτον και Λονδίνο και γνώριζαν και υπέθαλπαν το πραξικόπημα των επιόρκων της χούντας για την ανατροπή του Μακαρίου, δεν είναι άγνωστο. Ούτε και μπορεί σοβαρά να αμφισβητηθεί. Όπως δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι τα ίδια κέντρα ισχύος μεθόδευσαν από κοινού το δεύτερο και σιαμαίο σκέλος του εγκλήματος. Εκείνο της τουρκικής εισβολής.

Δημήτριος Ιωαννίδης

Δημήτριος Ιωαννίδης

Αυτό είναι η μία όψη της αδυσώπητης συνωμοσίας. Η γεωπολιτική, όμως, κατακρεούργηση της Κύπρου δεν επρόκειτο να υλοποιηθεί με τον τρόπο που τελικά εξελίχθηκε (ως de facto διαίρεση, που δεν απέχει πλέον πολύ από de jure μετεξέλιξή της) αν δεν προϋπήρχε σιωπηρή συνεννόηση μεταξύ των αθλίων στην Αθήνα και των πασάδων στην Άγκυρα για διάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας και μερισμό των εδαφών της. Εν ονόματι, εννοείται, των παγίων και διαχρονικών εθνικών επιδιώξεων και ονείρων του Ελληνισμού για ενσωμάτωση της Μεγαλονήσου στον εθνικό κορμό. Τα οποία, παρεμπιπτόντως, υπήρξαν και τα πρώτα θύματα του εγκλήματος, καθώς συνεθλίβησαν οριστικά κάτω από τις ερπύστριες της ιουλιανής προδοσίας.

Ότι, λοιπόν, υπήρξε άτυπη έστω συνεννόηση το ανέφερε (κάπου το 1975) ο προεδρεύων και μετέπειτα Πρόεδρος της Κύπρου Γλαύκος Κληρίδης και το επανέλαβε στον υπογράφοντα ο ίδιος ο Μακάριος: : «Δεν υπάρχουν βεβαίως έγγραφα που να το στοιχειοθετούν, αλλά περιστασιακές αποδείξεις που το δαλτυλοδεικτούν» κατά τον ίδιο. Οι οποίες δεν είναι δύσκολο να ιχνηλατηθούν στα δραματικά γεγονότα. Ο επικεφαλής της χούντας, Δημήτριος Ιωαννίδης (που από τον Ιανουάριο του 1974 είχε οδηγήσει τα πράγματα στην Κύπρο σε κατάσταση εμφυλίου πολέμου, με την αδίστακτη εντολή προς τους δικούς του της ΕΟΚΑ Β’ «σκοτώνετε Μακαριακούς όπου τους βρείτε»), προέβαλε σε συνεργάτες του – όπως μερικοί από αυτούς αποκαλύπτουν – τη θεωρία ότ騻Κάποιος επιτέλους πρέπει να σπάσει αβγά στην Κύπρο», γιατί «το πρόβλημα με τον Μακάριο και τους συν αυτώ δεν λύεται ποτέ και με τίποτα».

Οι ανόητοι των Αθηνών

Στις 25 Ιουλίου λοιπόν (πρωί πρωί) πράγματι έσπασε ο ίδιος τα αβγά για την τελική και κυρίως «καθαρή λύση», όπως την είχε με αφελείς απλουστεύσεις γεωγραφήσει. Πλην, όμως, την ομελέτα την έφαγε τελικά ο Ετζεβίτ με τους στρατηγούς του, αφήνοντας σύξυλους τους ανόητους (και άθλιους) των Αθηνών. Οι οποίοι προσδοκούσαν ένωση του 78 – 80% των κυπριακών εδαφών με την Ελλάδα, εκχωρώντας το 20% («το πολύ 22%» όπως εξομολογούνταν στους Κυπρίους συνεργάτες των) στην Άγκυρα.  Αυτό, άλλωστε, ήταν και το ποσοστό που προέκυψε με την πρώτη και «σικέ» προέλαση των Τούρκων εισβολέων από τις αφύλακτες κυπριακές ακτές.

Οι Τούρκοι τελικά εισέβαλαν στις 20 Ιουλίου. Σχεδόν αμαχητί. Και σχημάτισαν προγεφύρωμα που ενώθηκε μέσα σε δύο εικοσιτετράωρα με τον τουρκοκυπριακό θύλακα της Λευκωσίας, που είχε ήδη εξαρχής υποδεχθεί και τους πρώτους αλεξιπτωτιστές. Όσα δε ακολούθησαν ολοκλήρωσαν εν τάχει το πλήρες σχέδιο, που κάποιοι σε κάποιες πρωτεύουσες (και κυρίως στο Λονδίνο) είχαν κατά νου και υπέθαλπαν. Η Άγκυρα, δηλαδή, παρασπονδώντας και χρησιμοποιώντας αυτό το πρώτο προγεφύρωμα (του περίπου 20%), προχώρησε σε δεύτερη επιδρομή, καταβροχθίζοντας σχεδόν τη μισή Κύπρο. Περίπου το 38% για την ακρίβεια. Και σήμερα ορέγεται και ελπίζει ότι συν τω χρόνω θα καταπιεί και την υπόλοιπη, μέσω της λύσεως που επιθυμεί και που ήδη μεθοδεύει, με νομιμοποίηση των τετελεσμένων της εισβολής.

Τα οποία, κατά τον αείμνηστο Γιάννο Κρανιδιώτη, αποβαίνουν (ή δημιουργούν) «παράγωγο δίκαιο»! Όχι προσαρτώντας, αλλά στρατηγικώς κηδεμονεύοντας την κρεουργημένη κυπριακή επικράτεια. Ανατρέποντας πληθυσμιακά μεγέθη με δημογραφικές αλχημείες. Και υπαγορεύοντας όρους συνομοσποδιακών δομών, που θα την καθιστούν μονίμως επικυρίαρχη. Με διαιώνιση της στρατιωτικής της παρουσίας και κυρίως της στρατηγικής της ηγεμονίας σε αυτήν την καταπονημένη γεωγραφία.

Η Αμμόχωστος κατά τη διάρκεια βομβαρδισμών

Το πραξικόπημα δεν έχει τελειώσει

Υπό το φως αυτών των έωλων δεδομένων εκείνο που έχει σήμερα σημασία είναι η αποτελεσματική αποτροπή της γεωπολιτικής ολοκλήρωσης του τηλεκατευθυνόμενου συνωμοτικού σχεδιασμού. Διαπράττουν μέγα λάθος όσοι πιθανώς πιστεύουν ότι το προδοτικό πραξικόπημα είτε α) απέτυχε με την κατάρρευση εκείνων που (υπακούοντας σε έξωθεν εντολές) το εξετέλεσαν  είτε β) ολοκληρώθηκε (ως προς τις συνέπειές του) με την εισβολή της Τουρκίας και τη διαρπαγή συγκεκριμένων περιοχών της Μεγαλονήσου.

Πλανώνται όσοι θεωρούν ότι η τουρκική επιδρομή και κατοχή τερματίζονται με λύσεις που απλώς νομιμοποιούν τα βάναυσά τους παράγωγα. Με την Κύπρο, δηλαδή, εδαφικά κερματισμένη και πολιτειακά διαιρεμένη. Και οι λόγοι αυτής της πλάνης είναι οι εξής:
Πρώτον, το εθνοκτόνο εγχείρημα της 15ης Ιουλίου 1974 δεν υπήρξε μονοσήμαντη πράξη ενδοελληνικής αφροσύνης, όπως απλουστευτικώς χαρακτηρίστηκε από την ηγεσία της πρώτης μεταπολιτευτικής περιόδου για λόγους κατανοητούς υπό τις τότε περιστάσεις.
Δεύτερον, τα όσα δραματικά επακολούθησαν οδήγησαν σε μια λογικώς αναπόδραστη συνέπεια, στη διαπεραίωση του ενεδρεύοντος «Αττίλα» στα παροπλισμένα κυπριακά εδάφη, με την ταπεινωμένη μητρόπολη του Ελληνισμού να παρακολουθεί περιδεής. Και με δεμένα χέρια να αποφαίνεται δια χειλέων Κωνσταντίνου Καραμανλή ότι: «Δυστυχώς η Κύπρος είναι μακριά»! (Κατανοητό και αυτό σε εκείνες τις συνθήκες εθνικής διάλυσης και επί των ερειπίων και του αίματος που επεσώρευσε η καταρρέουσα, χωρίς έναν πυροβολισμό, χούντα).

Αμφότερα (πραξικόπημα και επέλαση του «Αττίλα») ήταν μέρος ενός μακρόπνοου και πολύ συγκεκριμένου σχεδιασμού, τον καταστροφικό επίλογο του οποίου ανέκοψαν σε μεγάλο βαθμό αφενός η πτώση της χούντας στην Ελλάδα και αφετέρου οι αντιστάσεις του Ελληνισμού στην Κύπρο, που ανεδύθησαν και ανετάχθησαν κυριολεκτικώς εκ της τέφρας.  Αυτοί ανέτρεψαν την «ομαλή» ολοκλήρωση του σχεδίου, που απαιτούσε νομιμοποίηση ενεργειών και οριστικών ρυθμίσεων, στις οποίες τα θύματα θα έβαζαν την υπογραφή τους. Μια υπογραφή που μέχρι στιγμής δεν έχουν.  Αυτές οι αντιστάσεις απεσόβησαν την οριστικοποίηση συγκεκριμένων στόχων και των λύσεων που είχαν συνωμοτηθεί, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1960, με τα τότε αλλεπάλληλα σχέδια διαλύσεως της Κυπριακής Δημοκρατίας. Άτσεσον, Λέμνιτσερ, Μπολ κ.ά. Σήμερα δεν έχουν εκλείψει ούτε οι κίνδυνοι ούτε τα πρόσωπα που απεργάζονται την παγίωση και θεσμική επιβολή βάναυσων εδαφικών ρυθμίσεων. Ρυθμίσεων που πάντοτε περνούν μέσα από την ουσιαστική περιστολή της κυπριακής κρατικής οντότητος, αφενός, και, αφετέρου, από την εθνική απονεύρωση (και τελική απορρίζωση) του Κυπριακού Ελληνισμού. Τέτοιες μεθοδεύσεις θα υπηρετούσαν αφενός τους συγκεκριμένους σχεδιασμούς όσων κατηύθυναν την αδίστακτη επιχείρηση και θα παρείχαν στην Τουρκία το συμφωνημένο σε ανομολόγητες διαδικασίες γεωστρατηγικό προγεφύρωμα. Θα υποκαθιστούσαν δηλαδή την Κυπριακή Δημοκρατία με ένα ιδιόρρυθμο και υπό κηδεμονία προτεκτοράτο στο πλαίσιο του οποίου θα λειτουργούσε το κατοχικό μόρφωμα (μεταλλασσόμενο σε «συνιστών κράτος») ως μέρος ενός νέου κι εκ παρθενογενέσεως συνεταιρισμού. Στον οποίο και σήμερα εξακολουθεί να εμμένει σταθερά η Άγκυρα, συνεπικουρούμενη από τον βρετανικό δόλο, αφού με αυτές τις μεθοδεύσεις, το Λονδίνο διασφαλίζει όσα θεωρεί στρατηγικά κεκτημένα.

Οι αστοχίες του Μακάριου

Ο Μακάριος, ενώ έβλεπε που οδηγούσαν τα γεγονότα, δεν έπραξε ίσως όσα μπορούσε αποτρεπτικώς να πράξει, όσον αφορά ειδικότερα το να προλάβει το πραξικόπημα. Κυρίως γιατί κατέστη, εν πολλοίς, δέσμιος των γεγονότων. Όχι γιατί δεν ήθελε ή γιατί δεν είχε αντικειμενικές δυνατότητες, αφού μάλιστα έχαιρε πραγματικά της παλαϊκής στηρίξεως. Τις είχε μεν και με το παραπάνω. Αλλά, πρώτον: Δεν πίστευε (αφελώς ίσως) ότι μπορούσε ποτέ ακόμη και μειωμένης συνειδήσεως Έλληνες αξιωματικοί να φτάσουν στο σημείο της εσχάτης εθνικής καταπτώσεως, ώστε να διαπράξουν εσχάτη προδοσία. Δεύτερον: Αντιλαμβανόταν ότι οποιαδήποτε δυναμική αντιμετώπιση των συνωμοτών θα διευκόλυνε ακόμη περισσότερο τους στόχους των ιδίων οι οποίοι επεδίωκαν την ενδοκυπριακή σύγκρουση (σε βαθμό εμφυλιοπολεμικής αιματοχυσίας) και κατ’ επέκταση την αντιπαράθεση Ελλαδικού και Κυπριακού Ελληνισμού για λόγους αυτόδηλους. Κάτι που θα αιτιολογούσε τα επέκεινα τα οποία και ιστορικώς θα χρεώνονταν σε εκείνον.  Τρίτον:  Είχε τεκμηριωμένες πληροφορίες ότι σε περίπτωση που οι νόμιμες δυνάμεις θα επεβάλλοντο, οι εξωνημένοι της χούντας θα εξαπέλυαν επιθετικές ενέργειες με πυρά κατά τουρκικών θυλάκων, προκειμένου να προκαλέσουν στρατιωτική εμπλοκή της Άγκυρας και ούτως ή άλλως εισβολή των δυνάμεών της. Όπως είχε δηλαδή προσυμφωνηθεί. Με τον Κίσινγκερ «να παίρνει και να φέρνει» μεταξύ Τούρκων στρατηγών και χουντικών παραγόντων, υποθάλποντας κι εξωθώντας, ώστε τα πράγματα να πάρουν την τροπή που είχε επιμελώς προδιαγραφεί.

Ενδεικτικά αναφέρουμε τη συνάντηση του «ειρηνοποιού» Σίσκο (απεσταλμένου του Κίσινγκερ) με τον Ετζεβίτ, τον οποίο προσπάθησε να αποτρέψει, ζητώντας του να αποφύγει απόβαση στην Κύπρο. Όταν ο Ετσεβίτ του είπε ότι ο στόλος είχε ήδη αποπλεύσει και δεν υπήρχε περίπτωση ακυρώσεως της εισβολής, ο Σίσκο απάντησε ότι τότε «θα φέρει και την ευθύνη όσων θα επακολουθούσαν». Αλλά βγαίνοντας από την αίθουσα της συναντήσεως – όπως ο ίδιος αφηγείται – έσκυψε στο αυτί του Τούρκου πρωθυπουργού και του ψιθύρησε: «Συγχαρητήρια»!!! Εν ολίγοις: Καλώς πράττετε και καλή επιτυχία.

Οι εκμυστηρεύσεις του Εθνάρχη

Μήνες μετά την εισβολή, όταν ερώτησα τον Εθνάρχη Μακάριο – στη διάρκεια πολλών συναντήσεων που είχαμε – γιατί και πώς εξελίχθηκαν αυτά που σηματοδότησαν την κυπριακή τραγωδία, ο Μακάριος είπε στον γράφοντα ότι:
Πολύ πριν ξεκινήσουν τα τανκς εκείνου του τραγικού ιουλιανού πρωινού με στόχο να δολοφονήσουν τον ίδιο και να κατεδαφίσουν το Προεδρικό Μέγαρο (σύμβολο της Κυπριακής Δημοκρατίας ως κράτους) σε ξένα κέντρα αποφάσεων, «είχαν περατωθεί τα σχέδια του τέλους για την Κύπρο, σε ό,τι αφορά το κρατικό της μέλλον και το εθνικό της προσδόκιμο» και φυσικά όλα υπό το φως μιας σιωπηρής συναινετικής πολιτικής αποφάσεως της χούντας των Αθηνών και της Άγκυρας. «Αρχής γενομένης από το 1970» (με την απόπειρα δολοφονίας του). «Και με κορύφωση την απόπειρα πραξικοπήματος το 1972 από τη χούντα Παπαδόπουλου, που απετράπη την τελευταία στιγμή…». Αφού όλα ήσαν έτοιμα για την επέλαση των τανκς, που όμως δεν είχαν υπολογίσει ότι: Μια λαοθάλασσα 200.000 περίπου Κυπρίων, είχαν συρρεύσει και απέβησαν ανθρώπινη ασπίδα γύρω από την Αρχιεπισκοπή. Οπότε και το αιματοκύλισμα ήταν δεδομένο.

Ο κύκλος, όμως, της χούντας είχε οριστικά με αυτά ολοκληρωθεί. Με την άνοδό της είχε φροντίσει να παροπλίσει την Κύπρο, δια της ταπεινωτικής ανακλήσεως της ελληνικής μεραρχίας, τον Νοέμβριο του 1967, αποθωρακίζοντας έτσι τη Μεγαλύνησο, προκειμένου να υποστεί όσα είχαν δρομολογηθεί. Η ίδια χούντα, με το τέλος της, παρέδωσε δεμένη χειροπόδαρα την Κύπρο στην Τουρκία.  Η αποστολή της είχε εκτελεσθεί και οι λόγοι συνεπώς της υπάρξεώς της εξέλιπαν. Επιβεβαιώνοντας αυτό που από το 1968 είχε προβλέψει ο Ευάγγελος Αβέρωφ, ο οποίος σε συνέντευξή του είχε προειδοποιήσει ότι «Δυστυχώς το καθεστώς των συνταγματαρχών θα καταρρεύσει επί των ερειπίων και του αίματος του Ελληνισμού». Όπερ και εγένετο.

 

Οι Τούρκοι που ήθελαν να γίνουν Αιγύπτιοι

Κείμενο: ΠΕΤΡΟΣ ΠΑΠΑΠΟΛΥΒΙΟΥ, Επίκουρος καθηγητής Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Πανεπιστήμιο Κύπρου.

 

Στο άρθρο που ακολουθεί παρατίθεται το βασικό περίγραμμα των πολιτικών διεκδικήσεων των Τούρκων της Κύπρου κατά τη διάρκεια της βρετανικής κατοχής της Κύπρου, γνωστότερης ως «Αγγλοκρατίας». Ο γράφων δεν χρησιμοποιεί σε κείμενα που αναφέρονται στην περίοδο πριν από την ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας τους όρους «Ελληνοκύπριος» ή «Τουρκοκύπριος», που έχουν επικρατήσει μετά την υπογραφή του Συντάγματος του πρώτου ανεξάρτητου κυπριακού κράτους. Η συστηματική μελέτη των ελληνικών πηγών της κυπριακής ιστορίας της περιόδου 1878-1960 αποδεικνύει ότι οι λέξεις που χρησιμοποιούνταν  για τις δυο μεγάλες εθνικές κοινότητες του νησιού ήταν Έλληνες και Τούρκοι, αντίστοιχα, ή και πολύ σπανιότερα, κατά τις πρώτες δεκαετίες «Οθωμανοί», για τους δεύτερους. Κατά πόσο ο «εθνικός προσδιορισμός συμβάδιζε» και με την εθνική συνείδηση των κατοίκων της Κύπρου, είναι ζήτημα που δεν θα μας απασχολήσει εδώ.

Δημογραφική κυριαρχία Ελλήνων

Τον Ιούλιο του 1878 η αγγλοτουρκική «Κυπριακή συνθήκη», που ανακοινώθηκε στο περιθώριο του συνεδρίου του Βερολίνου, έφερε απροσδόκητα, και ερήμην των Κυπρίων, τους Βρετανούς στην Κύπρο. Ο κυπριακός πληθυσμός, στην πλειονότητά του αγροτικός, μετρήθηκε στην πρώτη βρετανική απογραφή, το 1881 σε 186.173 κατοίκους. Από αυτούς οι 136.629  ήταν Έλληνες και οι 46.389 Τούρκοι (ποσοστά 73,9% και 24,4% αντιστοίχως). Στις επόμενες δεκαετίες η αύξηση του πληθυσμού κυμάνθηκε σε υψηλά επίπεδα. Μάλιστα, μέχρι και την απογραφή του 1931, οι ρυθμοί αύξησης του χριστιανικού πληθυσμού ήταν υπερδιπλάσιοι από τους αντίστοιχους μουσουλμανικούς. Το 1946, στην τελευταία απογραφή της Αποικιοκρατίας, οι κάτοικοι της Κύπρου ανέρχονταν σε 450.114: Έλληνες 361,199 (80,3%) και Τούρκοι 80545 (17,9%). Η πληθυσμιακή αναλογία των Τούρκων ήταν σαφώς υψηλότερη στον αστικό πληθυσμό απ’ ό,τι στην ύπαιθρο: Στην πρωτεύουσα Λευκωσία (απογραφή του 1881), οι Τούρκοι έφταναν στο 46,8%, αλλά το 1946 περιορίστηκαν στο 30%. Επίσης στις μικρές πόλεις, Πάφο και Κερύνεια το ποσοστό των Τούρκων κατοίκων ξεπερνούσε το 40%. Πάρα πολλοί Τούρκοι ήταν Ελληνόφωνοι είτε γιατί προέρχονταν από εξισλαμισμένες οικογένειες είτε γιατί η ελληνική ήταν η κυρίαρχη γλώσσα της υπαίθρου. Μαζικοί εξισλαμισμοί έγιναν, άλλωστε, στην Κύπρο, ακόμη και στον 19ο αιώνα, μετά την ελληνική Επανάσταση και τις σφαγές της 9ης Ιουλίου. Στα βρετανικά αρχεία εντοπίζονται πολλές αναφορές μουσουλμάνων γραμμένων στην ελληνική γλώσσα, πολλά χρόνια μετά το 1878, ενώ στα πρώτα χρόνια της βρετανικής κατοχής, σε πολλά χωριά σημειώθηκαν μαζικές επιστροφές στον χριστιανισμό, ανθρώπων που ήταν κρυπτοχριστιανοί (στην Κύπρο είναι γνωστοί ως «λινοβάμβακοι»). Είναι χαρακτηριστικό ότι στο νησί υπάρχουν χωριά που καίτοι μουσουλμανικά, κατά πλειονότητα ή εξ ολοκλήρου φέρουν ελληνικά ονόματα, πολλές φορές μάλιστα και ονόματα αγίων, π.χ. Άγιος Δημητριανός, Άγιος Θωμάς, Άγιος Θεόδωρος, κ.ο.κ Επίσης, στον κυπριακό Τύπο, στη δεκαετία του 1880, είχαν δημοσιευθεί ενθουσιώδεις επιστολές υπέρ της ένωσης με την Ελλάδα Κυπρίων που έφεραν τουρκικές υπογραφές, ανθρώπων που προφανώς επέστρεψαν αργότερα στον χριστιανισμό.

Στην εκπαίδευση, κατά την πρώτη καταγραφή σχολικών μονάδων (1880) καταμετρήθηκαν 140 τέτοιες: Οι 76 ήταν χριστιανικές (τα 4 παρθεναγωγεία) και οι 64 μουσουλμανικές. Κατά το σχολικό έτος 1902-1903 τα ελληνικά σχολεία ανέρχονταν σε 317 (τα 31 παρθεναγωγεία), με 19.258 μαθητές (5.102 κορίτσια). Λειτουργούσαν επίσης 163 τουρκικά σχολεία (4 παρθεναγωγεία), με 5.167 μαθητές (1.496 κορίτσια). Τις υποθέσεις της κυπριακής εκπαίδευσης ρύθμιζαν τα δύο «Εκπαιδευτικά Συμβούλια», ένα για το χριστιανικά σχολεία και ένα για τα μουσουλμανικά. Με τον τρόπο αυτό ανεκόπη και η επιστροφή των κρυπτοχριστιανών στον χριστιανισμό: Σε αρκετά χωριά με κατοίκους μουσουλμάνους «μόνο κατά το όνομα και θρησκεία» δεν υπήρχε κανείς τουρκόφωνος κάτοικος και επί μακρόν οι μαθητές χρειάστηκε να διδαχθούν την τουρκική γλώσσα στα Ελληνικά, από ελληνόφωνο Χότζα!

Οι αιτίες ρήξης των δύο κοινοτήτων

Η τουρκική κοινότητα της Κύπρου αποδείχθηκε, μαζί με την αδιάλλακτη βρετανική άρνηση, ένα από τα μεγαλύτερα προσκόμματα στο πολιτικό αίτημα των Ελλήνων του νησιού για ένωση με την Ελλάδα. Η ελληνική κυπριακή ηγεσία υποτίμησε τον τουρκικό παράγοντα, υπερτιμώντας το «δίκαιο και την ηθική» του ενωτικού αιτήματος, τη βαρύνουσα σημασία της πλειονότητας και την «ελληνοβρετανική φιλία». Τα τελευταία χρόνια έχει καλλιεργηθεί η άποψη ότι το αίτημα της ένωσης ήταν αυτό που κράτησε μακριά τους Έλληνες και τους Τούρκους της Κύπρου. Ωστόσο, αντιθέσεις υπήρχαν, τουλάχιστον σε επίπεδο ηγεσίας, από τα πρώτα χρόνια της βρετανικής παρουσίας, πριν από τη μαζική επικράτηση του ενωτικού αγώνα.

Ιστορικό στιγμιότυπο. Ο Μακάριος (Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας) και ο Δρ. Κουτσούκ (Αντιπρόεδρος) υπογράφουν μαζί με τον τελευταίο Βρετανό Κυβερνήτη (στο μέσο) τη Συνθήκη εγκαθίδρυσης του νέου δικοινοτικού κράτους στην Κύπρο. Δύο χρόνια αργότερα ξέσπασαν διακοινοτικές συγκρούσεις.

Η Κοινοβουλευτική αντιπροσώπευση:
Τον Νοέμβριο του 1882 οριστικοποιήθηκε η μορφή του Νομοθετικού Συμβουλίου (Βουλής) με την αναλογική, κατόπιν εκλογών, εκπροσώπηση των κατοίκων του νησιού βάσει της απογραφής του 1881. Η Κύπρος χωρίστηκε σε τρία εκλογικά διαμερίσματα. Σε καθένα θα εκλέγονταν 4 βουλευτές : Τρεις «μη Μωαμεθανοί» και ένας «Μωαμεθανός», σύμφωνα με την ορολογία της βρετανικής διοίκησης. Τα δώδεκα αιρετά μέλη θα πλαισίωναν άλλα έξι «επίσημα», διορισμένα, εκ των οποίων ο ένας, ο Αρμοστής, θα ήταν ο Πρόεδρος του Νομοθετικού και θα είχε τη νικώσα ψήφο σε περίπτωση ισοψηφίας. Επίσημες γλώσσες του Νομοθετικού ήταν η αγγλική, η τουρκική και η ελληνική.

Ήδη από το 1881, με υπόμνημά της, η ηγεσία των Ελλήνων της Κύπρου είχε τονίσει ότι για τον κυπριακό λαό «ο μόνος του πόθος και η μόνη του ελπίς του μέλλοντος είναι η μετά της Μητρός αυτού Ελλάδος ένωσις».

Από την πλευρά τους οι εκπρόσωποι των Τούρκων του νησιού αντέδρασαν στην αναλογική εκπροσώπηση των κατοίκων στη Βουλή, με το επιχείρημα ότι παραβίαζε την ισχύουσα αρχή «της ισότητας των δύο κοινοτήτων». Όταν ανακοινώθηκε η τελική απόφαση για τη σύνθεση της Βουλής, η τουρκική ηγεσία με νέο υπόμνημα (1882) απείλησε με αποχή από τις εκλογές, προβάλλοντας τους εξής κινδύνους: «Οι Έλληνες εισί τόσω εμπεποτισμένοι εκ της Πανελληνιστικής ιδέας, ώστε δεν επιθυμούσι να βλέπωσιν επί του προσώπου της γης ή Ελληνισμόν, και δεν θα μείνωσιν ευχαριστημένοι εξ ουδεμιάς άλλης κυβερνήσεως ή της ελληνικής. (…) Ουδεμία κοινότης συδαμού γης δύναται ν’ απολαύση ασφαλείας ζωής, περιουσίας και τιμής υπό διοίκησιν Ελλήνων, όντων αλαζόνων επί τοις ενδόξοις κατορθώμασι των εαυτών προγόνων, εκτός εάν υπάρχη ίση αντιπροσώπευσις εν ταις διοικητικαίς υποθέσεσι της χώρας, τούτο δ’ ειδικώς εφαρμόζεται διά τους Μωαμεθανούς, οίτινες φυσικώς εισίν αντικείμενον εκδικήσεως αυτών.»

Ο υποτελικός φόρος:
Ο «υποτελικός φόρος» ή «φόρος υποτελείας» ήταν ένα από τα πρώτα μεγάλα θέματα που προκάλεσαν τις κυπριακές διαμαρτυρίες. Σύμφωνα με την αγγλοτουρκική σύμβαση, τα ετήσια πλεονάσματα των δημοσιονομικών του νησιού, μετά την αφαίρεση των διοικητικών εξόδων θα αποδίδονταν στον Σουλτάνο. Μετά πολύμηνες διαπραγματεύσεις, το ποσό καθορίστηκε σε περίπου 93.000 αγγλικές λίρες. Τα χρήματα δεν στάλθηκαν ποτέ στην Υψηλή Πύλη, καθώς οι Βρετανοί κατέθεταν το μεγαλύτερο μέρος τους για την αποπληρωμή των τόκων του οθωμανικού δανείου του 1855, που είχαν εγγυηθεί στους ομολογιούχους του δανείου οι κυβερνήσεις της Αγγλίας και της Γαλλίας. Ο διακανονισμός συμπληρώθηκε με την αποικιακή έμπνευση η αποπληρωμή του «Φόρου» να επιβαρύνει τον κυπριακό λαό και όχι το βρετανικό θησαυροφυλάκιο. Ήταν μια εξέλιξη που δικαίως προκαλούσε τα κυπριακά παράπονα, καθώς απομυζούσε τις δυνατότητες της οικονομίας του τόπου, εμποδίζοντας την ανάπτυξή του. Ενώ η πολιτική ηγεσία των Ελλήνων της Κύπρου έθετε έντονα το αίτημα της οριστικής κατάργησης του φόρου (που επιτεύχθηκε το 1928), οι εκπρόσωποι των Τούρκων Κυπρίων, σε ένα ιδιότυπο δείγμα εθνικής αφοσίωσης, υποστήριζαν τη διαιώνισή του: Κατά την άποψή τους, παρά την αφαίμαξη των Κυπρίων, ο «υποτελικός φόρος» επιβεβαίωνε τους πολιτειακούς δεσμούς του νησιού με την Υψηλή Πύλη.

Η αστυνομία:
Η σύνθεση του αστυνομικού σώματος ήταν ένα άλλο σημείο τριβής με τους Βρετανούς κατά τις πρώτες δεκαετίες της Αγγλοκρατίας. Οι εκπρόσωποι του ελληνικού πληθυσμού διαμαρτύρονταν για τη συντριπτική αριθμητική τουρκική πλειοψηφία, απότοκο και του προηγούμενου καθεστώτος, την οποία επιβεβαίωνε κραυγαλέα και το φέσι στα κεφάλια των «ζαπτιέδων», Ελλήνων και Τούρκων, μέχρι και τη δεκαετία του 1920.

Οι συνταγματικές ελευθερίες:
Οι συνταγματικές ελευθερίες αποδείχθηκαν στην πράξη φενάκη, αφού ο Αρμοστής μπορούσε να επαναφέρει με βασιλικό διάταγμα νόμους ή μέτρα που απέρριπτε η κοινοβουλευτική πλειοψηφία, ενώ σε πολιτικά ζητήματα κατά κανόνα υπήρχε συνεργασία των Τούρκων βουλευτών με τα «επίσημα μέλη». Από την πλευρά τους, από τις πρώτες δεκαετίες, η πάγια πρακτική των «Μωαμεθανών» ήταν να εμφανίζουν εαυτούς «νομοταγείς και φιλήσυχους», σε αντίθεση με τους «ταραχοποιούς» Έλληνες.  Στο υπόμνημα του Απριλίου 1882 αναφερόταν σχετικώς: «Ημείς οι Μωαμεθανοί, κατά τα θρησκευτικά μας δόγματα και την εθνικήν μας αγωγήν, θεωρούμεν ως φαύλην και επαναστατικήν πάσαν κοινότητα, ήτις δια μέσων επαναστατικού χαρακτήρος και δι’ αβασίμων αιτιολογιών και ψευδών επινοιών, ως και δια της διασποράς πανταχού πέριξ παραπόνων, στενοχωρεί την Κυβέρνησιν, εις ην οφείλει υποταγήν».  Η ελληνική άποψη, την οποία συμμεριζόταν συνήθως και ο Έλληνας πρόξενος στις εκθέσεις του, ήταν ότι οι πολιτικές κινήσεις των «αμαθών Μωαμεθανών» ήταν υποβολιμαίες από τους Βρετανούς, για να εκμηδενίζονται τα ελληνικά υπομνήματα και αιτήματα.

Ένταση στην αυγή του 20ου αιώνα

Ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1890 το πολιτικό ζήτημα αναζωπυρώθηκε μετά την επίμονη φημολογία για αποχώρηση των Βρετανών από την Κύπρο και τη διοργάνωση μεγάλων συλλαλητηρίων με αιτήματα την ένωση με την Ελλάδα και την κατάργηση του φόρου υποτελείας.  Παρατηρήθηκε, τότε, έξαψη των φυλετικών παθών και ένταση των ελληνοτουρκικών συγκρούσεων, τις περισσότερες φορές για κτηματικές διαφορές ή ζητήματα τιμής.
Ο εκατέρωθεν φανατισμός και τα επεισόδια πολλαπλασιάστηκαν κατά την περίοδο του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897, με σοβαρότερο περιστατικό την έκρηξη που σημειώθηκε στην πασχαλινή πυρά σε κεντρική εκκλησία της Αμμοχώστου, με δύο νεκρούς και  τριάντα τραυματίες.

Τσάμπερλεν: Κύπρος: ή βρετανική ή τουρκική…

Ανάλογη ένταση επικράτησε και στα 1902 – 1903 μετά τις δηλώσεις του υπουργού Αποικιών Joseph Chamberlain ότι η Κύπρος σε περίπτωση αποχώρησης της Βρετανίας θα επιστρεφόταν στην Τουρκία, που συνοδεύτηκαν με την αμφισβήτηση της καθολικότητας του ενωτικού αιτήματος, εξαιτίας της παρουσίας «μεγάλης μερίδος Μωαμεθανών κατοίκων» και της αδυναμίας της «πτωχής Ελλάδας» να καλύψει τις ανάγκες του νησιού. Εκτός από τα συλλαλητήρια και τα υπομνήματα διαμαρτυρίας, ψήφισμα εναντίον των δηλώσεων του Chamberlain εγκρίθηκε και στο Νομοθετικό Συμβούλιο (Ιούνιος 1902).

Την επόμενη χρονιά, τον Απρίλιο του 1903, οι Έλληνες βουλευτές κατάφεραν για πρώτη φορά την ψήφιση μιας παραγράφου που διασαφήνιζε ότι οι δίκαιες αξιώσεις του κυπριακού λαού ήταν «εθνική αποκατάστασις δια της μετά της μητρός Ελλάδος ενώσεως». Η κοινοβουλευτική ελληνική νίκη προκάλεσε την οργή της τοπικής κυβέρνησης, με αποτέλεσμα να υπερψηφιστεί λίγες εβδομάδες αργότερα από τους Τούρκους και Βρετανούς βουλευτές ένα κείμενο που απαντούσε «ότι εάν η εγκατάλειψις της νήσου υπό της ενδόξου βρετανικής κυβερνήσεως καταστή ποτέ αναγκαία, η νήσος θα αποδοθή και θα επιστραφή εις την αυτοκρατορικήν οθωμανικήν κυβέρνησιν ήτις είναι η νόμιμος αυτής ιδιοκτήτρια».  Το «αγγλοτουρκικό πραξικόπημα» εξόργισε αυτή τη φορά τους Έλληνες τορπιλίζοντας, παράλληλα, τη συνεργασία των ιθαγενών βουλευτών, που είχε εγκαινιαστεί δύο χρόνια πριν, με τις εκλογές του 1901, και είχε φέρει σε δύσκολη θέση τη βρετανική διοίκηση.

Τα γεγονότα του 1903 απέδειξαν πανηγυρικά, προς τέρψιν της κατοχικής δύναμης, ότι ήταν αδύνατο να συμβαδίσει η ελληνοτουρκική κοινή αντιπολίτευση και συνεργασία με τον ενωτικό αγώνα των Ελλήνων της Κύπρου.

Τσόρτσιλ: Ναι και στους δύο…

Η πρώτη επίσκεψη Βρετανού υπουργού στην Κύπρο, τον Οκτώβριο του 1907, του νεαρού υφυπουργού Αποικιών Winston Churchill, αποδείχθηκε πολυσήμαντη, ενώ προκάλεσε τις παγκύπριες εθνικές εκδηλώσεις των Ελλήνων με τον σημαιοστολισμό των πόλεων και την αντίδραση των Τούρκων. Ο Churchill δήλωσε ότι θεωρούσε φυσικό η πλειονότητα των ελληνικής καταγωγής κατοίκων να θέλει την πολιτική ένωση με τους ομοφύλους και αδελφούς τους της ίδιας καταγωγής, θρησκείας και γλώσσας, αλλά ανάλογο σεβασμό εκδήλωσε και για τα αισθήματα των εκπροσώπων της τουρκικής κοινότητας. Στο υπόμνημα των Τούρκων βουλευτών προς τον υφυπουργό Αποικιών περιγράφηκε με υπερβολικό τρόπο η πολιτική κατάσταση και ζητήθηκε ανάμεσα στα άλλα, η μετάκληση ικανού αριθμού Βρετανών στρατιωτών προς εμπέδωση του αισθήματος ασφαλείας και η πλήρης απαγόρευση των ενωτικών εκδηλώσεων της πλειοψηφίας: «Απολύτως αποκρούομεν την ένωσιν της Νήσου μετά της Ελλάδος και παρακαλούμεν ίνα η απαγγελία λόγων επί του θέματος τούτου εν τόποις επισήμου και υψηλής σημασίας ν’ απαγορευθώσι κατηγορηματικώς. Επειδή η μέχρι τούδε επιδειχθείσα επιείκεια επί τοιούτων υποθέσεων επηύξησε το θράσος των Ελλήνων, δυσκόλως δυνάμεθα και τη στιγμή ταύτη να διέλθωμεν διά των οδών ένεκα των αναφωνήσεων «Ζήτω» και της εκθέσεως ελληνικών σημαιών».

Τουρκοκύπριοι:
Στη Βρετανία ή στην Αίγυπτο!

Ένταση στις σχέσεις των Ελλήνων και Τούρκων κατοίκων επικράτησε και κατά το 1912, εξαιτίας της αναστάτωσης που προκάλεσε η εξέλιξη του Ιταλοτουρκικού πολέμου και ιδιαίτερα η κατάληψη των Δωδεκανήσων. Η προσβλητική αντιμετώπιση της ενωτικής αξίωσης από τον νεοφερμένο Αρμοστή αναμόχλευσε τα πολιτικά πάθη και επέτεινε τη διαίρεση ανάμεσα στον πληθυσμό. Οι ελληνοτουρκικές μικροσυμπλοκές κορυφώθηκαν με τα «γεγονότα του Κατακλυσμού» στη Λεμεσό, τον Μάιο 1912, όπου η καθολική σύρραξη και τα πυρά της Αστυνομίας απέφεραν έξι νεκρούς και δεκάδες τραυματίες. Ήταν η χειρότερη ελληνοτουρκική σύγκρουση μέχρι τη δεκαετία του 1950. Ακολούθησε η δραστική εκτόνωση της κατάστασης, αλλά παρατηρήθηκαν και μετακινήσεις χωρικών (χριστιανών και μουσουλμάνων) από μεικτά χωριά, όπου αποτελούσαν μικρές μειοψηφίες, στις πόλεις ή σε μεγαλύτερες κωμοπόλεις για ασφάλεια. Κατά τους επόμενους μήνες, οι αλλεπάλληλες ελληνικές στρατιωτικές επιτυχίες στους Βαλκανικούς πολέμους και η εδαφική επέκταση του Ελληνικού Βασιλείου προκάλεσαν ενθουσιασμό, ενώ μια οργιώδης φημολογία δημιούργησε την αίσθηση ότι η ένωση με την Ελλάδα ήταν «προσεχής και βεβαία». Αντίθετα, η συρρίκνωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και η ενωσιολογία απογοήτευσαν τους Τούρκους της Κύπρου:
Η ηγεσία τους, με υπόμνημα του Δεκεμβρίου 1912 προς το υπουργείο Αποικιών, ζήτησε την προσάρτηση της Κύπρου στη Βρετανία ή στην Αίγυπτο, προτείνοντας ουσιαστικά την αποκοπή της οθωμανικής επικυριαρχίας. Το υπόμνημα τόνιζε ότι οι συνθήκες διαβίωσης των μουσουλμάνων του νησιού, σε περίπτωση ένωσης με την Ελλάδα, θα ήταν «μια αιώνια σκοτεινή κηλίδα για τον πολιτισμό στα παγκόσμια χρονικά».

Οι μεγάλοι πόλεμοι

Η ένταξη της Τουρκίας στο στρατόπεδο των Κεντρικών Δυνάμεων, κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, είχε ως αποτέλεσμα την καταγγελία της «Κυπριακής Συνθήκης» του 1878 και την προσάρτηση της νήσου στη βρετανική Αυτοκρατορία (5 Νοεμβρίου 1914), για λόγους «καλύτερης διακυβέρνησης και προστασίας της». Η προσάρτηση κατέρριψε το κυριότερο, μέχρι τότε, επιχείρημα – πρόσχημα του υπουργείου Αποικιών εναντίον της ένωσης, δηλαδή την τουρκική «ιδιοκτησία» της Κύπρου, και η ελληνική πλευρά προσέβλεπε πλέον στη σύντομη διευθέτηση του προβλήματος. Στο γενικό κλίμα ευφορίας που επικράτησε, ακόμη και οι εκπρόσωποι των Τούρκων του νησιού έσπευσαν να δηλώσουν τη χαρά τους για τη νέα καθεστωτική πραγματικότητα, εκφράζοντας και αυτοί τη νομιμοφροσύνη τους στον Άγγλο βασιλιά.

Στο κεφάλαιο της εθελοντικής κατάταξης στο στρατό των «μητέρων πατρίδων» παρατηρείται μια σαφέστατη διαφορά στις αντιδράσεις μεταξύ Τούρκων και Ελλήνων Κυπρίων. Ενώ οι Έλληνες κατά παράδοση συμμετείχαν εθελοντικά στον ελληνικό στρατό σ’ όλες τις πολεμικές αναμετρήσεις από την εποχή του 1821, δεν συναντάται αντίστοιχη προθυμία κατάταξης των Τούρκων του νησιού στον τουρκικό στρατό, αν και για πολλούς υπήρχε και νομική υποχρέωση. Τόσο στο 1897 όσο και στο 1912 – 1913, όμως, διενεργήθηκαν στην Κύπρο, έστω και σε μικρή κλίμακα, καθ’ ομοίωση των ελληνικών, έρανοι υπέρ του τουρκικού στρατού και της Ερυθράς Ημισελήνου. Αντίθετα, χιλιάδες Τούρκοι του νησιού κατατάχθηκαν εμμίσθως στις κυπριακές μονάδες του βρετανικού στρατού, μαζί με τους Έλληνες συμπατριώτες τους και στους δύο παγκόσμιους πολέμους και μάλιστα στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν άμεσοι αντίπαλοι με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, υπηρετώντας στο Μακεδονικό μέτωπο, παρά τις αντίθετες παραινέσεις της πολιτικής ηγεσίας τους.

Στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, εκτός από τη συμμετοχή μερικών χιλιάδων Τούρκων της Κύπρου στο «Κυπριακό Σύνταγμα», υπό τις διαταγές Βρετανών αξιωματικών, στο πλάι των Ελλήνων, Μαρωνιτών και Αρμενίων συμπατριωτών τους, είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι μερικές δεκάδες Τούρκοι τον Δεκέμβριο του 1940 προσήλθαν στις επιτροπές που ιδρύθηκαν από την κυπριακή Εκκλησία και γράφτηκαν στους καταλόγους εθελοντών για τον ελληνικό στρατό. Η κατάταξη των εθελοντών δεν έγινε βέβαια ποτέ, αφού δεν επιτράπηκε από τους Βρετανούς, αλλά και η πρόθεση για συμμετοχή στον ελληνικό στρατό κατά του ιταλικού φασισμού είναι ενδεικτική του κλίματος. Στην Ελλάδα, μέχρι την εισβολή των Γερμανών, τον Απρίλιο του 1941, υπολογίζεται ότι μεταφέρθηκαν γύρω στις 5.000 – 6.000 στρατιώτες του «Κυπριακού Συντάγματος» (Έλληνες και Τούρκοι), που ανήκαν σε λόχους Σκαπανέων και Μηχανικού. Αν και οι πιο πολλές κυπριακές μονάδες δεν πρόλαβαν να πάρουν το βάπτισμα του πυρός, λόγω της ραγδαίας προέλασης των χιτλερικών στρατευμάτων, εντούτοις οι απώλειες του «Κυπριακού Συντάγματος» ήταν τρομακτικές και έφτασαν περίπου στους 2.500 άνδρες, κυρίως αιχμαλώτους, αφού τα βρετανικά σχέδια προνοούσαν πρώτα την αποχώρηση των μάχιμων τμημάτων. Αρκετοί από αυτούς, που παρέμειναν ασύλληπτοι ή κατάφεραν να δραπετεύσουν από τα στρατόπεδα κράτησής τους βγήκαν στο βουνό, με τους πρώτους αντάρτες ή ήρθαν σε επαφή με τα πρώτα δίκτυα απόκρυψης και διαφυγής ανδρών του βρετανικού στρατού, και διέφυγαν στην Τουρκία ή στη Μέση Ανατολή. Άλλοι, έμειναν για πάντα στην Ελλάδα, ή μετά την απόλυσή τους από τον στρατό επέστρεψαν ξανά, αφού είχαν ερωτευτεί ή νυμφευτεί στη διάρκεια της φυγοδικίας τους.

Είναι άγνωστό στο πλατύ κοινό ότι στην ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου (25 Νοεμβρίου 1942), μία ενέργεια που επικράτησε να θεωρείται ως η αφετηρία του αντιστασιακού κινήματος στην Ελλάδα, πήραν μέρος τρεις, τουλάχιστον, Κύπριοι στρατιώτες, που, διαφεύγοντας τη σύλληψή τους, είχαν καταφύγει στα βουνά της Ρούμελης. Δύο απ’ αυτούς, Τούρκοι στρατιώτες από χωριό της Πάφου, προσκολήθηκαν στην πρώτη βρετανική στρατιωτική αποστολή, υπό τον E Myers. Μια άλλη ξεχωριστή περίπτωση Κυπρίου αντάρτη στην Ελλάδα επίσης άγνωστη στο ευρύ κοινό, ήταν ο στρατιώτης Μεχμέτ Αλή του Μεχμέτ, με το ψευδώνυμο Μιχάλης Παπακώστας ή «Μαύρος» (ως μελαψός) από την επαρχία Πάφου, που έδρασε στην περιοχή της μεσσηνιακής Μάνης και πρωταγωνίστησε στην «εξέγερση της Σαϊδόνας», τον Μάρτιο του 1942. Στη συνέχεια συνελήφθη με προδοσία και εκτελέστηκε, στα τέλη Ιουλίου 1942, στην Τρίπολη. Οι αποκομμένοι Τούρκοι στρατιώτες στην κατεχόμενη Ελλάδα, σχεδόν όλοι Ελληνόφωνοι, αποτελούν σήμερα ένα από τα πιο ιδιότυπα και άγνωστα κεφάλαια των σχέσεων Ελλάδας – Κύπρου.

Από τη Λωζάνη στα Οκτωβριανά

Με τη συνθήκη της Λωζάνης (Ιούλιος 1923) η Βρετανία «νομιμοποίησε» την κατοχή της Κύπρου και οριστικοποίησε την παραμονή της στο νησί. Η Τουρκία παραιτήθηκε από κάθε απαίτηση στα εδάφη που βρίσκονταν εκτός των συνόρων που καθόριζε η συνθήκη και αναγνώρισε την προσάρτηση της Κύπρου στη Βρετανία. Άλλος όρος της συνθήκης έδινε χρονική διορία, σε όσους ήθελαν να κρατήσουν την τουρκική υπηκοότητα, να εγκαταλείψουν την Κύπρο. Παρά την παρακίνηση του κεμαλικού καθεστώτος, μόνο 3.000 πρόσωπα επέλεξαν να εγκατασταθούν στη Μικρά Ασία, αν και αρχικά είχε εκδηλώσει παρόμοια διάθεση τριπλάσιος αριθμός, γεγονός που είχε ανησυχήσει τους Βρετανούς.

Η Οκτωβριανή εξέγερση του 1931 προκάλεσε την αυταρχική βρετανική αντεπανάσταση και τη στέρηση των συνταγματικών ελευθεριών του κυπριακού λαού. Οι Τούρκοι της Κύπρου παρέμειναν αμέτοχοι και δεν τιμωρήθηκαν με «συλλογικά πρόστιμα», όπως οι Έλληνες συμπατριώτες τους. Όμως η επιβολή δικτατορίας έπληξε και αυτούς, κυρίως στην εκπαίδευση, η οποία τέθηκε υπό τον πλήρη κυβερνητικό έλεγχο, με την παράλληλη εισαγωγή της αγγλικής γλώσσας στα Δημοτικά, την ίδρυση κοινού Διδασκαλικού Κολεγίου για Έλληνες και Τούρκους, με Άγγλο διευθυντή, τον εξοβελισμό της ιστορίας της Ελλάδας ή της Τουρκίας από τα σχολικά εγχειρίδια, με σκοπό την παραμόρφωση της εθνικής ταυτότητας των κατοίκων του νησιού και τη μετατροπή τους σε πιστούς και άβουλους υπηκόους της Αυτοκρατορίας.

Η έκρηξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η ιταλική επίθεση στην Ελλάδα και η ανάγκη της τοπικής κυβέρνησης για σύμπνοια στο εσωτερικό, επέφεραν τη σταδιακή κατάρρευση του ανελεύθερου καθεστώτος των ετών 1931 – 1940. Η ενωτική αξίωση επέστρεψε στο δημόσιο λόγο των Ελλήνων Κυπρίων , μαζί με τις προσδοκίες για «συμμαχική ανταπόδοση» προς την Ελλάδα. Σημαντική εξέλιξη στο εσωτερικό ήταν η ίδρυση κομμάτων και η διεξαγωγή μεσούντος του πολέμου, το 1943, Δημοτικών εκλογών. Οι Τούρκοι της Κύπρου φρόντιζαν να δείχνουν την απαρέσκεια και την αντίθεσή τους στις ενωτικές εκδηλώσεις των Ελλήνων, ενώ άρχισαν πλέον να οργανώνουν και αυτοί θορυβώδη συλλαλητήρια και διαδηλώσεις. Κατά το 1943 – 1944 ιδρύθηκε ο ΚΑΤΑΚ («Σύνδεσμος Προστασίας της τουρκικής μειονότητας Κύπρου»), το «Ενιαίο Τουρκικό Εθνικό κόμμα Κύπρου» με ηγέτη τον γιατρό Φαζίλ Κουτσιούκ και οι πρώτες αμιγείς τουρκικές συντεχνίες. Αν και αρκετοί Τούρκοι εργάτες είχαν γραφτεί στις «Παλαιές συντεχνίες» της Αριστεράς, η μαχητική διεκδίκηση της ένωσης με την Ελλάδα από το ΑΚΕΛ, το νέο κυπριακό κομμουνιστικό κόμμα, προκάλεσε δυσπιστία και αποχωρήσεις, παρά την ελληνοτουρκική αλληλεγγύη και συμπαράταξη σε κοινούς απεργιακούς αγώνες.

Από το ’46 στα Σεπτεμβριανά

Τον Οκτώβριο του 1946 η βρετανική κυβέρνηση εκδήλωσε την πρόθεση να προχωρήσει σε πολιτικές μεταρρυθμίσεις στην Κύπρο και σε μέτρα οικονομικής ανάπτυξης, συγκαλώντας αντιπροσωπευτική διάσκεψη των κατοίκων, με σκοπό την υποβολή προτάσεων για συνταγματικές μετατροπές και την εγκαθίδρυση φιλελεύθερου καθεστώτος με την επαναφορά του Νομοθετικού Συμβουλίου. Τον Ιούλιο του 1947 ο νέος κυβερνήτης, λόρδος Winster, κάλεσε τους εκπροσώπους των κατοίκων στη «Συμβουλευτική Συνέλευση» (στην κυπριακή ιστορία έμεινα γνωστή ως «Διασκεπτική»), με σκοπό τη συζήτηση για τη μορφή του Συντάγματος που θα παρεχόταν και θα εξασφάλιζε τη συμμετοχή των Κυπρίων στη διαχείριση των εσωτερικών υποθέσεων της νήσου, «δεόντως λαμβανομένων υπ’ όψιν των συμφερόντων των μειονοτήτων». Η ηγεσία του ΑΚΕΛ και οι οργανώσεις της Αριστεράς αποδέχθηκαν τη βρετανική πρόσκληση, σε αντίθεση με την Εκκλησία και τα κόμματα της Δεξιάς, που παρέμειναν αμετακίνητοι στη θέση «Ένωσις και μόνον Ένωσις».  Θετικά απάντησαν στην πρόσκληση και οι Τούρκοι της Κύπρου. Ανάμεσα στους εκπροσώπους τους, η τοπική κυβέρνηση διόρισε «αριστίνδην» έναν εικοσιτριάχρονο δικηγόρο, τον Ραούφ Ντεντκτάς. Τελικά, οι συζητήσεις για την παροχή Συντάγματος δεν είχαν αποτέλεσμα, καθώς τον Μάιο του 1948 οι εκπρόσωποι του ΑΚΕΛ και των «Λαϊκών Οργανώσεων» αποχώρησαν από τη «Συμβουλευτική Συνέλευση», καταγγέλοντας ότι οι βρετανικές συνταγματικές προτάσεις ήταν αντίθετες με τα λαϊκά συμφέροντα, αφού όλες οι εξουσίες παρέμειναν στα χέρια του Βρετανού Κυβερνήτη, χωρίς να μεταβιβάζονται ουσιαστικές αρμοδιότητες στα αιρετά μέλη της βουλής και εμμένοντας στην απαίτηση για παραχώρηση πλήρους Αυτοκυβέρνησης.

Η δεκαετία του 1950 άνοιξε στην Κύπρο με τη διοργάνωση του Ενωτικού Δημοψηφίσματος, που απέδειξε την καθολικότητα της ενωτικής αξίωσης, ενώ οι εκπρόσωποι της τουρκικής κυπριακής ηγεσίας και η κυβέρνηση της Τουρκίας, εκδήλωσαν ξεκάθαρα την αντίθεσή τους σε κάθε προσπάθεια αλλαγής του status quo στην Κύπρο. Η τουρκική αντίθεση εκδηλώθηκε και στον Ο.Η.Ε., όπου κατέφυγε με την κατάθεση της πρώτης προσφυγής για το κυπριακό η κυβέρνηση του Αλέξανδρου Παπάγου. Το συνεχιζόμενο αδιέξοδο οδήγησε τους Έλληνες Κυπρίους στον ένοπλο αγώνα και την 1η Απριλίου 1955 άρχισε τη δράση της η ΕΟΚΑ. Μια άμεση παρενέργεια του απελευθερωτικού αγώνα ήταν η βρετανοτουρκική προσέγγιση, που επιβεβαιώθηκε με την πρόσκληση και της Τουρκίας στην «Τριμερή» του Λονδίνου και στην χαιρέκακη βρετανική αντιμετώπιση του πογκρόμ των Σεπτεμβριανών του 1955. Πέρα από τις ανυπολόγιστες υλικές ζημιές, τα «Σεπτεμβριανά» ήταν η αρχή του τέλους για τον Ελληνισμό της Κωνσταντινούπολης, ενώ η «μαχητικότητα» των διαδηλωτών έδειχνε ότι το κυπριακό αποτελούσε «εθνικό θέμα» όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στην Τουρκία.

Στην κυπριακή Αστυνομία, που είχε φανεί ανίκανη να αντιδράσει στις «τρομοκρατικές ενέργειες» της ΕΟΚΑ και δεν παρείχε εμπιστοσύνη στην τοπική κυβέρνηση, αφού κατά το 1954 το 60% των ανδρών της ήταν Έλληνες, οι αλλαγές ήταν θεαματικές: Τον Ιούνιο του 1958, ο αριθμός των αστυνομικών είχε τετραπλασιαστεί και το 70% ήταν Τουρκοκύπριοι και μόνο 17% Ελληνοκύπριοι. Η ολότητα σχεδόν των Τούρκων στρατολογηθέντων στελέχωσε τη «μηχανοκίνητη εφεδρική Αστυνομία» και τη «Βοηθητική Αστυνομία» (το διαβόητο «Επικουρικό Σώμα»).

Η τελική έκρηξη

Ήταν ζήτημα χρόνου πότε θα εκρηγνυόταν και στην Κύπρο η θρυαλλίδα της ελληνοτουρκικής βίας, που εκδηλώθηκε τελικά την άνοιξη του 1956. Μετά το φόνο Τούρκου αστυνομικού από άνδρες της Ε.Ο.Κ.Α., στις 23-27 Απριλίου 1956, φανατικοί ομόφυλοί του ξέσπασαν σε καταστροφές ελληνικών περιουσιών, σε συνοικίες της Λευκωσίας. Παρόμοια επεισόδια είχαν γίνει και τον Μάρτιο, ύστερα από φόνο Τούρκου λοχία της Αστυνομίας στην Πάφο, ενώ στο χωριό Βασίλεια της επαρχίας Κερύνειας οι Τουρκοκύπριοι κατήγγειλαν ελληνικές βιαιότητες εις βάρος τους. Οι ελληνοτουρκικές συγκρούσεις ήταν αναμενόμενες εξαιτίας της μαζικής στρατολόγησης Τουρκοκυπρίων στις ειδικές «αντιτρομοκρατικές μονάδες». Από την άλλη, η ελληνική κυπριακή ηγεσία δεν είχε εξετάσει ποτέ σοβαρά την πιθανότητα χρησιμοποίησης των Τούρκων του νησιού από τη βρετανική κυβέρνηση εναντίον των πολιτικών επιδιώξεων της πλειοψηφίας των κατοίκων. Η κυκλοφορία από την Ε.Ο.Κ.Α. καθησυχαστικών φυλλαδίων στην τουρκική γλώσσα με διαβεβαιώσεις προς τους Τουρκοκύπριους ότι δεν θα στρεφόταν εναντίον τους, δεν μπορούσε να αποσοβήσει τη σύγκρουση. Στον τουρκοκυπριακό χώρο κυριαρχούσε η εξτρεμιστική οργάνωση «Volkan» και η διάδοχός της (1957) T.M.T. («Τουρκική Αντιστασιακή Οργάνωση»), με συνθήματα «Η Κύπρος είναι τουρκική» και «Διχοτόμηση ή θάνατος». Η διχοτόμηση («ταξίμ») ήταν η τουρκική απάντηση στο αίτημα της ένωσης. Σημαντικότερες πολιτικές μορφές αναδείχθηκαν ο γιατρός Φαζίλ Κιουτσιούκ και ο νεαρότερός του, νομικός Ραούφ Ντεντκτας, οι οποίοι υποστήριζαν ότι η ένωση με την Ελλάδα ή μια λύση αυτονομίας, θα σήμαινε αφανισμό των Τουρκοκυπρίων. Ήδη τον Ιανουάριο του 1956, στο διάστημα των συνομιλιών Μακαρίου – Harding, η «Volkan» με μια σειρά βομβιστικών επιθέσεων είχε υπογραμμίσει την παρουσία και τις απαιτήσεις της. Η T.M.T. είχε την αμέριστη και πολύπλευρη συμπαράσταση του τουρκικού κράτους, μέσω του Γραφείου Ειδικού Πολέμου, με εμπνευστή και πρωτεργάτη τον τότε υπουργό Εξωτερικών Φ. Ζορλού.

Οι συγκρούσεις Ελλήνων και Τούρκων πήραν τρομακτικές διαστάσεις τον Ιούνιο του 1958 όταν, μετά από βόμβα στο Γραφείο Πληροφοριών του Τουρκικού Προξενείου (7-6-1958), ενέργεια που αντέγραφε σκηνοθετικά την έκρηξη στο τουρκικό προξενείο Θεσσαλονίκης, του Σεπτεμβρίου 1955, πλήθος Τουρκοκυπρίων κατέστρεψε ανεξέλεγκτα ελληνικές περιουσίες στην πρωτεύουσα. Η κορύφωση του δράματος ήρθε με τη δολοφονία οκτώ Ελλήνων από τον Κοντεμένο, από Τούρκους του χωριού Κιόνελι. Σύμφωνα με όσα καταγγέλθηκαν, οι βρετανικές δυνάμεις είχαν παραδώσει ουσιαστικά τα ανυπεράσπιστα θύματα στα χέρια των δολοφόνων τους (12-6-1958). Ακολούθησαν αντίποινα της Ε.Ο.Κ.Α. και μέχρι τα τέλη Ιουλίου ο αλληλοσπαραγμός συνεχίστηκε καθημερινά με ενέδρες σε λεωφορεία που μετέφεραν αθώους και ανυποψίαστους επιβάτες και επιθέσεις σε ανυπεράσπιστους βοσκούς ή αγρότες, ενώ στη Λευκωσία πυρπολήθηκαν χώροι λατρείας και καταστράφηκαν δεκάδες καταστήματα. Μεταξύ των Ελλήνων και των Τούρκων της Κύπρου είχε ανοίξει ένα βαθύ χάσμα αίματος και η εικόνα που μεταφερόταν στο εξωτερικό ήταν ότι η συμβίωσή τους ήταν αδύνατη. Ήταν το κατάλληλο κλίμα για να ανακοινωθεί, στις 19 Ιουνίου 1958, στο βρετανικό Κοινοβούλιο το «σχέδιο Μακμίλαν – Φουτ». Τα πράγματα πλέον οδηγούνταν στο συμβιβασμό, που υπογράφηκε τελικά, τον Φεβρουάριο 1959, με τις συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου. Στην Αθήνα η ικανοποίηση για τις συμφωνίες φαινόταν γενική, χωρίς να λείπουν οι φωνές διαμαρτυρίας. «Ηγωνίσθησαν οι Κύπριοι, ενίκησε η Τουρκία» υποστήριζαν τα κόμματα της Αντιπολίτευσης, φορτίζοντας το κλίμα και υποβάλλοντας στους Έλληνες νέες αλυτρωτικές προσδοκίες. Στη Λευκωσία οι συνθήκες της Κυπριακής ανεξαρτησίας έγιναν δεκτές με ανάμεικτα συναισθήματα. Από τη μια ήταν διάχυτη η ανακούφιση για την αποτίναξη του αποικιοκρατικού ζυγού και η ικανοποίηση για το τέλος του απελευθερωτικού αγώνα, ενώ το κλίμα ήταν έκδηλα πανηγυρικό για την επιστροφή του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου από την εξορία (1η Μαρτίου 1959), την απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων και την επικείμενη παράδοση της εξουσίας από τους Βρετανούς. Από την άλλη, όμως, ήταν ευδιάκριτη η απογοήτευση για τη μη επίτευξη του ενωτικού αιτήματος, του βασικού στόχου του αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α., ενώ ανάμεσα στην ελληνοκυπριακή ηγεσία ήταν εμφανές το αίσθημα της αδικίας για την επιβολή των συνθηκών Ζυρίχης – Λονδίνου αλλά και για το περιεχόμενό τους. Το μέλλον θα έδειχνε τις αντοχές και τη βιωσιμότητα του νέου κράτους αλλά και της ελληνοτουρκικής δικοινοτικής συνεργασίας. Η αποικιακή κληρονομιά αλλά και τα σπέρματα της διαίρεσης, ιδιαίτερα εμφανή στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν ήταν, πάντως, και οι καλύτεροι οιωνοί. Από την άλλη πλευρά, κατά τη διάρκεια της λεγόμενης ¨μεταβατικής περιόδου» (Φεβρουάριος 1959 – Αύγουστος 1960) υπήρχε ένα συνεχές ρεύμα αποστολής οπλισμού από την Τουρκία προς το νησί, όπως απέδειξε το επεισόδιο της σύλληψης των ανδρών του τουρκικού πλοίου «Ντενίζ», κατάφορτου με όπλα και πυρομαχικά, τον Οκτώβριο του 1959.

 

Γιατί Άγγλοι και Αμερικανοί διέλυσαν την Κύπρο

Κείμενο: ΜΑΡΙΟΣ Λ. ΕΥΡΥΒΙΑΔΗΣ, Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων, Πάντειο Πανεπιστήμιο.

 

Η αντίστροφη μέτρηση για τη σύγχρονη πολιτική ιστορία της Κύπρου και του κυπριακού ελληνισμού δεν άρχισε, όπως πρεσβεύει η συμβατική σοφία,  τον Απρίλιο του 1955 με την εκδήλωση ένοπλης εξέγερσης κατά της αγγλοκρατίας και του βρετανικού ιμπεριαλισμού. Δεν άρχισε δηλαδή από ένα γεγονός που έλαβε μέρος στην Κύπρο και το οποίο προκάλεσε τη μήνιν των αποικιοκρατών. Η αντίστροφη μέτρηση άρχισε δύο χρόνια αργότερα, το 1957, και για άλλα αίτια, πολύ ευρύτερα και πιο σημαντικά για τη βρετανική ιστορία, από ό,τι μια εξέγερση σε μια από τις δεκάδες αποικίες της.

Το κορυφαίο γεγονός της μεταπολεμικής βρετανικής ιστορίας, ένα γεγονός που καθολικά αναγνωρίζεται ότι σημάδεψε την ψυχολογία και συμπεριφορά της βρετανικής αυτοκρατορικής ελίτ, υπήρξε η παταγώδης αποτυχία και ταυτόχρονα η ταπεινωτική ήττα του βρετανικού λέοντα στο Σουέζ, το 1956. Ως αποτέλεσμα οι όποιες μεταπολεμικές φιλοδοξίες ή, καλύτερα, αυταπάτες του Λονδίνου για συνέχιση του αυτοκρατορικού ρόλου ή για συνδιαχείριση του κόσμου με την Ουάσιγκτον, τερματίστηκαν άχαρα και απότομα.

Η νέα πραγματικότητα που διαμορφώθηκε καταγράφεται -ευτυχώς για τους ιστορικούς και για όσους ενδιαφέρονται να ερμηνεύσουν ορθά την ιστορία της ευρύτερης Ανατολικής Μεσογείου χωρίς να μπερδεύουν τα δέντρα με το δάσος -στη ριζοσπαστική αναθεώρηση της βρετανικής αμυντικής στρατηγικής με την έκδοση, τον Ιανουάριο του 1957, της βρετανικής Λευκής Βίβλου για την άμυνα (Defence: Outline of Future Policy).

Η έκδοση της Λευκής Βίβλου συνοδεύτηκε με την ταπεινωτική παραίτηση του Βρετανού πρωθυπουργού Anthony Eden. Ο βίος και η πολιτεία του τελευταίου ταυτίστηκε με το φιάσκο του Σουέζ. Ήταν ταυτισμένη επίσης με μια εξίσου εξτρεμιστική πολιτική κατά της Κύπρου και του Μακαρίου, όπως αυτή που είχε ακολουθηθεί μέχρι τότε κατά της Αιγύπτου και του επαναστατικού της ηγέτη Νάσερ. Μόνο που η βρετανική πολιτική στην Κύπρο ακολούθησε και υπήρξε υποθεματική της στρατηγικές της Βρετανίας κατά της Αιγύπτου.

Η βρετανική Λευκή Βίβλος συντάχθηκε σε συνεργασία με τους Αμερικανούς. Πιθανόν δε και με την υπαγόρευσή τους. Η βρετανική στρατηγική έναντι της Σοβιετικής Ένωσης θα βασιζόταν πλέον, αποκλειστικά, στην πυρηνική αποτροπή, η οποία θα ενισχυόταν με προηγμένη τεχνολογία και πυραυλικά συστήματα από τους Αμερικανούς. Με βάση το νέο βρετανικό στρατηγικό δόγμα, η μεγάλη βρετανική βάση του Ακρωτηρίου στην Κύπρο (στρατηγείο πλέον των Βρετανών και πιστό αντίγραφο της βάσης του Σουέζ) μετατράπηκε σε πυρηνική, με στόχο το μαλακό (βιομηχανικό) υπογάστριο της Σοβιετικής Ένωσης νοτίως της Μόσχας (Ουκρανία).

Ως προς τη Μέση Ανατολή, η βρετανική στρατηγική περιορίστηκε σε «αστυνομικής» φύσεως επιχειρήσεις για υποστήριξη φιλοδυτικών καθεστώτων όπως της Ιορδανίας, του Ιράκ και των διαφόρων εμιράτων του Περσικού Κόλπου. Αλλά η πραγματική ευθύνη μεταφέρθηκε πλέον στις πλάτες των Αμερικανών. Εξ ου και η διακήρυξη του Δόγματος Eisenhower, τον Μάρτιο του 1957, προέκταση του Δόγματος Τρούμαν δέκα χρόνια πριν, ότι το κενό ισχύος που δημιουργείται με την «αποχώρηση» των Βρετανών από τη Μέση Ανατολή θα το «γεμίσει» η Ουάσιγκτον όπως στην περίπτωση του Δόγματος Τρούμαν.  Η Αμερική θα συνέδραμε πολιτικά και στρατιωτικά όποια χώρα ζητούσε τη βοήθειά της για την αντιμετώπιση «εσωτερικών» ή «εξωτερικών» απειλών, δηλαδή εσωτερικού ή εξωτερικού κομμουνιστικού κινδύνου.

Στην καρδιά του Ψυχρού Πολέμου

Εδώ και προτού επικεντρωθώ στη βρετανική πολιτική έναντι της Κύπρου, επιβάλλεται μια αναγκαία αλλά καθοριστική παρένθεση, η οποία και πάλι συγκρούεται με τη συμβατική σοφία για την ιστορία της περιόδου της ευρύτερης περιοχής της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής.

Πρώτον. Για τους Αμερικανούς η Μεσόγειος είναι μεν θάλασσα  αλλά κλειστή και ελεγχόμενη απ’ αυτούς (από το 1946 με τον 6ο Στόλο οι ΗΠΑ είναι η μεγαλύτερη μεσογειακή δύναμη).  Κατά τον Forrest Sherman, U.S. Vice Chief of Naval Operations (US Navy), σε δήλωσή του το Μάρτιο του 1947, ¨η Μεσόγειος πρέπει να θεωρείται ως ένας αυτοκινητόδρομος για την ανάπτυξη στρατιωτικής ισχύος βαθιά στην καρδιά της Ευρασίας και της Αφρικής». Δέκα χρόνια αργότερα, η ανατολική λεκάνη της Μεσογείου και, κυριολεκτικά, ο περίγυρος της Κύπρου, θα αποκτήσει και μέχρι το 1968 μία εκ των ουκ άνευ σημασία για τη διαφύλαξη των ζωτικών συμφερόντων των ΗΠΑ έναντι της Σοβιετικής Ένωσης.  Θα αρχίσουν να αναπτύσσονται εκεί (από ναυτική βάση στην Ισπανία) στα βάθη της ανατολικής Μεσογείου αμερικανικά υποβρύχια οπλισμένα με την πρώτη γενιά πυρηνικών πυραύλων τύπου Polaris.  η περιοχή γύρω από την Κύπρο ήταν η μόνη που προσέφερε ολόχρονα στόχευση κατά της ΕΣΣΔ με βάση το υφιστάμενο βεληνεκές των Polaris.

Η μοναδική άλλη περιοχή ήταν στα νερά της παγωμένης Αρκτικής (με βάσεις στη Σκοτία). Αλλά οι πάγοι δεν επέτρεπαν εκδήλωση επίθεσης παρά μόνο τους καλοκαιρινούς μήνες.  Έτσι η περιοχή της ανατολικής Μεσογείου γύρω απ’ την Κύπρο θα αποκτήσει μείζονα στρατηγική αξία στον σχεδιασμό των ΗΠΑ σε τυχόν πόλεμο με τη Σοβιετική Ένωση.  Και ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο η Σοβιετική Ένωση θα αναπτύξει στην περιοχή και όλη τη δεκαετία του 1960 δεκάδες υποβρύχια και πλοία επιφάνειας.  Στην Ανατολική Μεσόγειο θα έχουμε τη μεγαλύτερη σύναξη πολεμικών πλοίων και υποβρυχίων και τη μεγαλύτερη δύναμη πυρός που αναπτύχθηκε ποτέ σε έναν τέτοιο σχετικά μικρό χώρο, στην ιστορία του κόσμου. Σε κάποιες χρονικές περιόδους της δεκαετίας του 1960 διακινούνται στην περιοχή πάνω από 160 πολεμικά πλοία, υποβρύχια και συνοδευτικά σκάφη.

Δεύτερον. Και πάλι συνδεόμενο με τα αμερικανικά ζωτικά συμφέροντα, αφορά στον γεωγραφικό χώρο της Μέσης Ανατολής.  Ο χώρος αυτός, ιδεολογικά ουδέτερος ή στην καλύτερη περίπτωση «γκρίζος», κρατούσε ταυτόχρονα το κλειδί της βιομηχανικής ανάπτυξης της Δυτικής Ευρώπης.  Έλεγχος του χώρου αυτού από μη φιλικές, ή από τη Δύση μη ελεγχόμενες δυνάμεις, θα απέφερε στρατηγικό πλήγμα στις ΗΠΑ και ίσως καταστροφικό στη Δυτική Ευρώπη.  Στους αμερικανικούς στρατηγικούς σχεδιασμούς για έναν συμβατικό πόλεμο με τη Σοβιετική Ένωση, το μέτωπο της Μέσης Ανατολής, λόγω πετρελαίων, ήταν εξίσου σημαντικό όσο και το κεντρικό μέτωπο του Ψυχρού Πολέμου στην καρδιά της μοιρασμένης Ευρώπης.  Η θέση αυτή τεκμηριώνεται από πληθώρα αμερικανικών εγγράφων που έχουν δει το φως της δημοσιότητας τα τελευταία τριάντα χρόνια.

Η βρετανική προπαγάνδα

Μετά την παραπάνω, κρίσιμη ιστορική παρένθεση, επανέρχομαι στη βρετανική πολιτική.
Μέχρι το 1957 η πολιτική των Βρετανών στην Κύπρο ήταν εξτρεμιστική και αδιάλλακτη.  Η Κύπρος, κατά τους Βρετανούς, αποτελούσε βρετανικό κυρίαρχο έδαφος και κανένας τρίτος δεν μπορούσε να είχε λόγο στις εσωτερικές υποθέσεις της Βρετανίας. Όποια πολιτικής σημασίας εξέλιξη λάμβανε χώρα στην Κύπρο ή για την Κύπρο μέχρι τις αρχές του 1957 με πρωτοβουλία των Άγγλων, λάμβανε χώρα για προπαγανδιστικούς ή τακτικούς λόγους.

Από το 1954  μέχρι το 1957, σκοπός και στόχος των Βρετανών στην Κύπρο ήταν να εξωθηθεί η Ελλάδα στα άκρα ώστε να παρουσιάζεται στη διεθνή κοινή γνώμη (κυρίως στη βρετανική και αμερικανική) ως χώρα εξτρεμιστική που υπέθαλπε την τρομοκρατία στην Κύπρο. Ταυτόχρονα οι Κύπριοι αγωνιστές παρουσιάζονταν ως τρομοκράτες (στο πρότυπο της εικόνας των «ανθρωποφάγων» Μάου-Μάου στην Κένυα, που επιτήδεια κατασκεύασαν οι αποικιοκράτες).

Την περίοδο αυτή, όπου όχι τυχαία έχουμε και αγαστή συνεργασία με τους Τούρκους στην Τριμερή του Λονδίνου και τα Σεπτεμβριανά στην Πόλη (1955), η Βρετανία ακολούθησε την κλασική ψυχροπολεμική στρατηγική της έντασης (Strategy of Tension) ώστε η ελληνική πλευρά να παρουσιάζεται φανατισμένη και εξτρεμιστική, η δε βρετανική ήπια και μετριοπαθής.

Μέσα από το πρίσμα αυτό της βρετανικής στρατηγικής, η οποιαδήποτε εκδήλωση μετριοπάθειας από ελληνικής πλευράς (περίπτωση Παπάγου 1954, περίπτωση συνομιλιών Μακαρίου – Χάρτιγκ 1956) θεωρείτο από το Λονδίνο άκρως επικίνδυνη και έπρεπε να τερματιστεί διότι απειλούσε με εκτροχιασμό τη βρετανική προπαγανδιστική στρατηγική.  Ταυτόχρονα οι όποιες «πρωτοβουλίες» των Άγγλων (Σύνταγμα Ουίνστερ 1948, Σχέδιο Χάρτιγκ 1956, Σύνταγμα Ρανκλιφ 1956) αποτελούσαν μέρος «κοσμητικών» παιχνιδιών, που στόχευαν στην ικανοποίηση της δικής τους κοινής γνώμης και την παγίδευση της δικής μας πλευράς.  Η εξορία του Μακάριου, για παράδειγμα, το 1956 έγινε ως αντίδραση στο φιάσκο του Σουέζ και της αποπομπής του Βρετανού αρχηγού των Ενόπλων Δυνάμεων της Ιορδανίας (Glubb Pasha) και όχι για τα τεκταινόμενα στην Κύπρο. Η εξορία προκάλεσε πόλωση στην Κύπρο, που ήταν και δευτερεύων στόχος των Βρετανών.

Όλα τα παραπάνω αναφορικά με τη στρατηγική της έντασης που ακολούθησε η Βρετανία για να παραμείνει κυρίαρχη στην Κύπρο μέχρι το 1957, μπορούν να τεκμηριωθούν με μια προσεκτική μελέτη του θεμελιώδους έργου του Βρετανού ιστορικού Robert Holland, Η Βρετανία και ο Κυπριακός Αγώνας 1954-1959.

Μέχρι το 1957 η Βρετανία ήθελε ολόκληρη την Κύπρο για βάση.  Μετά το 1957 αποφάσισε ότι ήθελε βάση ή βάσεις στην Κύπρο.  Έτσι άλλαξε τον στρατιωτικό κυβερνήτη της Κύπρου (στρατηγό Χάρτιγκ) με ένα πολιτικό, τον Hugh Foot. Και απελευθέρωσε τον Μακάριο από την εξορία για να έχει συνομιλητή.  Η κυνικότητα των Εγγλέζων καταγράφεται στα απομνημονεύματα του πρωθυπουργού Harold Macmillan (Riding the Storm 1956-1959), όπου υπογραμμίζει ότι εμείς θα πάρουμε αυτό που θέλουμε (βάσεις) και άσε τους Έλληνες να αλληλοτρώγονται με τους Τούρκους.

Η «Κούβα της Μεσογείου»

Ο Μακάριος στα ερείπια του Προεδρικού Μεγάρου

Μάλιστα το θεριό που οι Βρετανοί έθρεψαν για να ελέγξουν την ΕΟΚΑ άρχισε να συμπεριφέρεται με τέτοιο τρόπο, ώστε Βρετανοί αξιωματούχοι να θεωρούν το 1957-1958 τους Τούρκους πιο επικίνδυνους από την ΕΟΚΑ και τον Μακάριο!

Αλλά και πάλι γεγονότα στη Μέση Ανατολή και όχι στην Κύπρο έφεραν τις Συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου.  Η Μεσανατολική κρίση, η οποία σιγόβραζε από το 1956, κορυφώθηκε με το αντιδυτικό πραξικόπημα του 1958 στο Ιράκ που είχε ως συνέπεια την κατάρρευση του φιλοδυτικού Συμφώνου της Βαγδάτης. Με εντολή των Αμερικανών έπρεπε να κλείσουν όλα τα μέτωπα στο Δυτικό στρατόπεδο για να αντιμετωπιστεί ο κομμουνιστικός κίνδυνος στο Ιράκ και την ευρύτερη Μέση Ανατολή. Έτσι προέκυψε η Ζυρίχη.  Με τους Άγγλους και τους Τούρκους να ικανοποιούνται έναντι των Ελληνοκυπρίων και της Ελλάδας.

Εδώ θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι όπως και σήμερα, έτσι και το 1957-58 η Τουρκία πρωτοστατούσε στα αμερικανικά σχέδια για επιθέσεις εναντίον της Συρίας (1957) και του Ιράκ (1958). Και ανταμείφθηκε στην Κύπρο.

Το έστω και κολοβό ανεξάρτητο κυπριακό κράτος εμφανίστηκε σε μια χρονική περίοδο που ο Ψυχρός Πόλεμος έμπαινε σε κορύφωση και όπου ο χώρος της ανατολικής Μεσογείου αποκτούσε μείζονα στρατηγική σημασία.

Σχεδόν την επαύριο της ανεξαρτησίας άρχισαν δεύτερες σκέψεις στα δυτικά κέντρα εξουσίας. Η έστω και κολοβή κυπριακή ανεξαρτησία θεωρήθηκε ως στρατηγικό λάθος, με τον διαμελισμό της Κύπρου ανάμεσα στα δύο ΝΑΤΟϊκά κράτη, Ελλάδα και Τουρκία, να προωθείται ως «ιδεώδης λύση». Η Τουρκία ποτέ δεν αποδέχτηκε τις Συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου, όπως απέδειξαν οι πράξεις της από το 1960 μέχρι το 1963. Όπως τεκμηριώνει η έρευνα, η Τουρκία εισήγαγε λαθραία στην Κύπρο και με γνώση των Βρετανών πάνω από 10.000 σύγχρονα όπλα τα περισσότερα μετά το 1960! (Βλ. Ηλιάδης, το Απόρρητο Ημερολόγιο της ΚΥΠ για την Κύπρο).

Η επιχείρηση για την κατάλυση του κυπριακού κράτους του 1960 οικοδομήθηκε γύρω από το έωλο επιχείρημα του κινδύνου «κομμουνιστικοποίησης» της Κύπρου μέσω της κάλπης, λόγω της ύπαρξης ισχυρού κομμουνιστικού κόμματος στην Κύπρο. (Μια πραγματική ιστορική ειρωνεία αν αναλογιστεί κανείς ότι σήμερα πρόεδρος της Κύπρου είναι ένας αμετανόητος, μάλιστα, κομμουνιστής).

Πολύ πριν τα γεγονότα του 1963-64, χρηματοδοτήθηκε και αναπτύχθηκε μια έντονη αντικομμουνιστική προπαγάνδα στην Κύπρο. Ήταν θέμα χρόνου, με τα γεγονότα ’63-’64, ο Μακάριος να δαιμονοποιείται ως ο «ρασοφόρος Κάστρο», ως ο «κόκκινος παπάς» και η Κύπρος ως η «Κούβα της Μεσογείου» και ως η «Τσεχοσλοβακία» του μεταπολέμου. Η αναφορά εδώ είναι ότι όπως μέσω της κάλπης οι κομμουνιστές κέρδισαν την εξουσία στην Τσεχοσλοβακία το 1948, έτσι θα έπρατταν και στην Κύπρο τη δεκαετία του 1960. Και μια τέτοια περίπτωση θα άλλαζε το στρατηγικό ισοζύγιο σε βάρος της Δύσης και του λεγόμενου «ελεύθερου κόσμου». Έπρεπε συνεπώς το κυπριακό κράτος να παύσει να υφίσταται.

«Στόχος μας η διχοτόμηση»

Η Κύπρος δεν υπήρξε ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία χώρα που βγήκε από την αποικιοκρατία και αντιμετώπισε εσωτερικά προβλήματα εξουσίας, τάξης και ασφάλειας. Σχεδόν όλα τα κράτη, (ακόμη και η Μάλτα που αποτελεί τη μόνη εξαίρεση) αντιμετώπισαν τέτοια προβλήματα.

Ωστόσο η Κύπρος αποτελεί το μοναδικό κράτος που η Δύση, με τους Βρετανούς και Αμερικανούς να πρωτοστατούν, αποφάσισε να καταλύσει. Δεν υπάρχει άλλο κράτος και άλλος λαός που στην περίοδο δύο γενεών έζησε έναν αποικιακό αγώνα, έναν εμφύλιο πόλεμο, ένα πραξικόπημα και μία εισβολή και έχασε το 1% του πληθυσμού του το 1974 σε έναν μήνα, θύμα δύο ΝΑΤΟϊκών κρατών και όλα με την ανοχή των ΗΠΑ και της Βρετανίας.

Σε ό,τι αφορά στην ιστορία και ειδικά στον επαίσχυντο ρόλο των Βρετανών αλλά και των Αμερικανών, έρχεται ένα πολύ πρόσφατο ντοκουμέντο για να τεκμηριώσει την ανάλγητη και καταστροφική τους πολιτική απέναντι σε ένα κράτος και έναν λαό, που κάθε άλλο παρά εχθρικοί υπήρξαν έναντι της Δύσης. Αντίθετα, μάλιστα.

Αναφέρομαι στο εξαιρετικό βιβλίο του πρώην Βρετανού αξιωματικού Martin Packard, Getting it Wrong: Fragments from a Cyprus Diary, 1964, που μόλις κυκλοφόρησε: Πρόκειται για την επίσημη έκθεση του Packard, ως αξιωματούχου του Βρετανικού Ναυτικού και ταυτόχρονα αξιωματούχου της Ειρηνευτικής Δύναμης του ΟΗΕ στην Κύπρο, προς τη βρετανική κυβέρνηση. Η έκθεση αυτή «εξαφανίστηκε» από τα βρετανικά αρχεία και υπάρχει σήμερα δημοσιευμένη, διότι ο Packard είχε την πρόνοια να φυλάξει αντίγραφο εκτός υπηρεσίας.

Το βιβλίο – έκθεση του Packard, που κάθε άλλο παρά υποστηρικτικό της «επίσημης» ελληνοκυπριακής θεώρησης είναι, ανατρέπει όλη τη συμβατική σοφία και τεκμηριώνει την υπόθεση ότι άλλη θα ήταν η πορεία του Κυπριακού και άλλη η σημερινή κατάσταση, εάν οι Αγγλοαμερικανοί δεν ακολουθούσαν τη γνωστή τους εχθρική και μισαλλόδοξη πολιτική που αποσκοπούσε και συνεχίζει να αποσκοπεί στη διάλυση του κράτους του 1960 ή τον πολιτικό του ευνουχισμό.

Ο τίτλος του βιβλίου, Getting it Wrong, είναι διπλά ειρωνικός και προέρχεται από ένα πραγματικό περιστατικό μεταξύ του Packard και του τότε υφυπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, George Ball. Ο τελευταίος βρισκόταν στην Κύπρο, τον Φεβρουάριο του 1964, ως κομιστής προτάσεων για την κατάλυση του κυπριακού κράτους. Η πρόταση Ball αφορούσε είτε στον διαμελισμό της Κύπρου είτε στη δημιουργία αγγλο-ελληνο-τουρκο-αμερικανικής επικυριαρχίας (Condominium) στην επικράτειά της.

Από τον Packard, που ηγείτο ενός ενεργού και επιτυχημένου προγράμματος του ΟΗΕ για επαναπροσέγγιση και επιστροφή Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων προσφύγων στα χωριά τους, ζητήθηκε να συνοδέψει τον Αμερικανό αξιωματούχο στα επηρεαζόμενα χωριά και να τον ενημερώσει για την πρόοδο του προγράμματος.

Όταν το ελικόπτερο που τους μετέφερε επέστρεψε στη βάση του, ο George Ball χτύπησε τον Packard χαϊδευτικά στην πλάτη λέγοντάς του: «Very impresive, but you ‘ve got it all wrong, son. Hasn’t anyone told you that our  objective here is partition, not reintegration?» «Πολύ εντυπωσιακό το έργο σου, νεαρέ. Δεν έχεις προφανώς ενημερωθεί ότι στόχος μας εδώ είναι η διχοτόμηση και όχι η επανενοποίηση;»

Από τότε η στρατηγική των Αγγλοαμερικανών άλλαξε αλλά ως προς τούτο: Η κατάλυση και ο ευνουχισμός του κράτους να γίνει με τη συναίνεση του λαού ή, κατά το ελάχιστο, των ταγών του.