RSS

Η Ελλάδα τον εικοστό αιώνα

20th Century Greece (1)

1903 – Η αγορά της Ανδρίτσαινας

20th Century Greece (2)

1903 – Ανδρίτσαινα, εσωτερικό κατοικίας

20th Century Greece (14)

1903 – Ανδρίτσαινα: Σοκάκι

20th Century Greece (3)

1903 – Λαγκαδιά

Αθήνα, Πλάκα, 1920

1920 – Αθήνα, Πλάκα

Πρόβατα κάτω από την Ακρόπολη, 1903

1903 – Πρόβατα κάτω από την Ακρόπολη

Άποψη της Ακρόπολης από το Θησειο,1920

1920 – Άποψη της Ακρόπολης από το Θησείο

Αθήνα, οδός Αθηνάς, 1920

1920 – Αθήνα, οδός Αθηνάς

Αθήνα, οδός Ερμού 1920

1920 – Αθήνα, οδός Ερμού

Κηφισιά, 1920

1920 – Κηφισιά

Κρήτη, Ομαλός, 1911

1911 – Κρήτη, Ομαλός

Κρήτη, εσωτερικό σπιτιού, 1911

1911 – Κρήτη, εσωτερικό σπιτιού

Κρήτη, οι αδελφοί Μάντακα στο χωριό Λάκκοι 1911

1911 – Κρήτη – Οι αδελφοί Μάντακα στο χωριό Λάκκοι

Κρήτη, εσωτερικό σπιτιού στο χωριό Λάκκοι, 1911

1911 – Κρήτη – Εσωτερικό σπιτιού στο χωριό Λάκκοι

1913 – Λίμνη Ιωαννίνων

 

Έκταση και όρια της ελευθερίας του λόγου στο δημοκρατικό καθεστώς.

Από την ίδια του τη φύση, σαν καθεστώς άμεσης συμμετοχής όλων των πολιτών στη διοίκηση του κράτους, το δημοκρατικό καθεστώς χρειάζεται κι εξασφαλίζει όλα τα είδη ελευθερίας και περισσότερο απ΄όλα την ελευθερία του λόγου, την ισηγορία (ισότητα αγόρευσης, λόγου) ή παρρησία (το να τα λέει κανείς όλα ή έκφραση κάθε γνώμης). Το δικαίωμα αυτό αναγνωρίζεται εξίσου σ’ όλους τους πολίτες. Κυριολεκτικά σε όλους. Μαζί και στους αντιπάλους του δημοκρατικού καθεστώτος και τους κάθε λογής εχθρούς της ελευθερίας του λόγου και της σκέψης.

Χαρακτηριστική πιστοποίηση του γεγονότος αυτού είναι η ακόλουθη πληροφορία του Δημοσθένη: Στην Αθήνα επιτρεπόταν η ανοιχτή, δημόσια κριτική του καθεστώτος της και η προπαγάνδα υπέρ του καθεστώτος της Σπάρτης και των άλλων αντιδημοκρατικών καθεστώτων (καθεστώτων αντίθετων με το καθεστώς άμεσης δημοκρατίας). Αντίθετα, στη Σπάρτη και στις άλλες μη δημοκρατούμενες πόλεις απαγορευόταν αυστηρότατα η τέτοιου είδους κριτική και προπαγάνδα. Επιτρεπόταν εννοείται η κριτική του δημοκρατικού καθεστώτος και πολύ περισσότερο η εξύμνηση του καθεστώτος τους.

«Πρώτα – πρώτα αυτό που θα κάνουν αυτοί (πρόκειται για Αθηναίους πολίτες) δεν επιτρέπεται να το κάνει κανείς στο κράτος των Λακεδαιμονίων, να επαινεί δηλαδή τους θεσμούς των Αθηναίων ή οποιωνδήποτε άλλων. Κάθε άλλο μάλιστα. Εκεί είναι υποχρεωτικό να επαινεί κανείς μόνο ότι είναι σύμφωνο με το καθεστώς τους»[1]
Στη μαρτυρία που παραθέσαμε θα μπορούσαμε να προσθέσουμε και πολλές άλλες. Θα αρκεστούμε ωστόσο σε μία μόνο απ’ αυτές. Είναι η πιο εύγλωττη απ’ όλες. Δείχνει με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο τόσο το βαθμό ελευθερίας του λόγου στο δημοκρατικό καθεστώς για τους αντιπάλους του, όσο και το πώς αντιμετωπίζεται στο καθεστώς αυτό η κριτική του, η ανοιχτή αντικαθεστωτική προπαγάνδα των αντιπάλων του, γεγονός που δεν είναι βέβαια άσχετο και με το ότι είναι καθεστώς που έχει την πιο πλατιά και την πιο γερή βάση, το λαό.

Πρόκειται για το πορτραίτο του ολιγαρχικού που μας δίνει ο Θεόφραστος στους «Χαρακτήρες» του.

«Η ολιγαρχία φαίνεται ότι είναι ένα είδος αρχομανίας που επιδιώκει την εξουσία και το κέρδος. Ο ολιγαρχικός είναι τέτοιος: Όταν ο λαός συζητάει στην Εκκλησία του δήμου ποιους θα εκλέξει για να φροντίζουν μαζί με τον άρχοντα για την πομπή, ανεβαίνει ο ίδιος στο βήμα και εκφράζει τη γνώμη ότι αυτοί πρέπει να έχουν απεριόριστη εξουσία. Μετά, αν κάποιοι προτείνουν να είναι δέκα, λέει: «φτάνει ο ένας, αλλά πρέπει να είναι πραγματικός άντρας. Κι από τους στίχους του Ομήρου κατέχει μόνο τούτον δω:

«Δεν είναι καλό πράγμα η πολυαρχηγία, ένας να είναι αρχηγός».

Από τους άλλους στίχους του δεν ξέρει κανέναν. Φυσικά είναι ικανότατος στο να χρησιμοποιεί συνθήματα των ολιγαρχικών σαν και τούτα:
«Πρέπει να μαζευτούμε εμείς οι ίδιοι και να συζητήσουμε μόνοι μας γι’ αυτά και ν’ απαλλαγούμε από τον όχλο και την αγορά και να πάψουμε να δεχόμαστε αξιώματα και να ανεχόμαστε να μας φέρονται όλοι τόσο αλλαζονικά και να μας τιμούν με τέτοιον τρόπο» και «ή μόνο αυτοί ή μόνο εμείς πρέπει να κυβερνούμε το κράτος».

Βγαίνει έξω το μεσημέρι και με το πανωφόρι στην πλάτη, το κεφάλι κουρεμένο στη μέση, τα νύχια κομμένα με την πιο μεγάλη φροντίδα κόβει βόλτες στην οδό του Ωδείου και πετάει κουβέντες τέτοιου είδους: «Εξαιτίας των συκοφαντών δεν μπορεί πια κανείς να ζει στην πόλη», «Στα δικαστήρια παθαίνουμε φοβερά πράγματα από τους δωροδοκούμενους δικαστές», «Δεν μπορώ να καταλάβω τι θέλουν όλοι αυτοί που ανακατεύονται με τα κοινά», «Είναι άχαρο πράγμα το να μοιράζει κανείς ή να δίνει κάτι» και ότι ντρέπεται όταν στη Συνέλευση τύχει να καθίσει δίπλα του κανένας φτωχός κι απεριποίητος.

Επίσης λέει: «Πότε θα σταματήσει η καταστροφή μας από τις υποχρεώσεις που μας επιβάλλουν με τις Λειτουργίες και τις Τριηραρχίες» και «πόσο μισητή είναι η φάρα των ηγετών του λαού».

Τέλος υποστηρίζει ότι ο πρώτος φταίχτης για όλα τα κακά που έπαθε η πόλη είναι ο Θησέας. Γιατί αυτός συγκέντρωσε τον λαό από δώδεκα πόλεις σε μία και κατάργησε τη βασιλεία. Και τιμωρήθηκε δίκαια. Γιατί είναι ο πρώτος που εξοντώθηκε απ’ αυτούς.

Τα ίδια και πολλά άλλα παρόμοια λέει στους ξένους και στους πολίτες που έχουν τον ίδιο χαρακτήρα και τις ίδιες πολιτικές αντιλήψεις»[2].
Το δικαίωμα της ελευθερίας της σκέψης και του λόγου αναγνωρίζεται στο δημοκρατικό καθεστώς σ’ όλους ανεξαίρετα τους πολίτες και σ’ όλους τους τομείς και ιδιαίτερα στον τομέα της πολιτικής, της τέχνης, της φιλοσοφίας και της επιστήμης. Παράλληλα εξασφαλίζονται οι δυνατότητες για την άσκησή του. Έτσι, δεν είναι τυπικό, αλλά ουσιαστικό, πράγμα που ισχύει, όπως είδαμε και για τα δικαιώματα των πολιτών, του λαού.

Το δικαίωμα αυτό επεκτείνεται μάλιστα σε μεγάλο βαθμό και στους δούλους. Φυσικά όχι νομικά, αλλά έμπραχτα. Το ίδιο συμβαίνει ως ένα βαθμό και με τα άλλα είδη ελευθερίας, γεγονός που το ομολογούν και οι αντίπαλοι του δημοκρατικού καθεστώτος. Αξίζει να δούμε εδώ μια σχετική μαρτυρία του Πλάτωνα. Ο μεγάλος φιλόσοφος που άσκησε στον πιο μεγάλο βαθμό, στον τομέα της ειδικότητάς του, το δικαίωμα της ελευθερίας σκέψης και έκφρασης, αλλά δεν κατάλαβε ποτέ την αξία του, το ρόλο που έπαιξε στο να γίνει ο ίδιος τόσο μεγάλος φιλόσοφος το ότι έζησε σε καθεστώς πραγματικής ελευθερίας σκέψης και έκφρασης, διαπιστώνει ότι στο δημοκρατικό καθεστώς (εννοεί εδώ το καθεστώς της Αθήνας στην εποχή του) υπάρχει η πιο μεγάλη ελευθερία για όλους τους ανθρώπους, πολίτες και μη πολίτες, ελεύθερους και δούλους καθώς μάλιστα και για τα ζώα που χρησιμοποιούν στη δουλειά τους.

 

«Λοιπόν η απληστία του αγαθού με το οποίο ορίζεται η δημοκρατία, αυτό ακριβώς το πράγμα καταλύει τη δημοκρατία.

Και με τι ορίζεται αυτό το καθεστώς;

Με την ελευθερία, είπα. Γιατί θα έχεις ίσως ακούσει ότι η ελευθερία βρίσκεται στην καλύτερη κατάσταση στη δημοκρατούμενη πόλη και γι’ αυτό μόνο σε τέτοια πόλη αξίζει να ζει όποιος είναι από τη φύση του ελεύθερος… Λόγου χάρη είναι συνηθισμένο φαινόμενο (στη δημοκρατία) ο πατέρας να γίνεται ίσος με το παιδί και να φοβάται τους γιους του, ο γιος να γίνεται ίσος με τον πατέρα και να μην ντρέπεται ούτε να φοβάται τους γονιούς τους για να είναι έτσι ελεύθερος, καθώς και το να εξισώνεται ο μέτοικος με τον πολίτη και ο πολίτης με τον μέτοικο. Το ίδιο ισχύει επίσης για τις σχέσεις ανάμεσα στους ξένους και τους πολίτες… Το αποκορύφωμα της ελευθερίας του λαού στην τέτοιου είδους πόλη παρουσιάζεται όταν οι αγορασμένοι και οι αγορασμένες (δηλαδή οι δούλοι και οι δούλες) δεν είναι λιγότερο ελεύθεροι από τους αγοραστές τους. Παραλίγο θα ξεχνούσαμε να πούμε πόσο μεγάλη είναι η ισότητα και η ελευθερία ανάμεσα στις γυναίκες και τους άνδρες κι ανάμεσα στους άνδρες και τις γυναίκες… Ένας ακατατόπιστος δεν θα μπορούσε να πιστέψει πόσο πιο ελεύθερα από κάθε άλλο καθεστώς είναι σ’ αυτό το καθεστώς ακόμα και τα ζώα εκείνα που βρίσκονται κάτω από την εξουσία των ανθρώπων. Γιατί πραγματικά οι σκύλες σ’ αυτό το καθεστώς γίνονται σαν τις κυράδες τους, όπως λέει η παροιμία, και τόσο τα άλογα όσο και τα γαϊδούρια είναι συνηθισμένα να βαδίζουν τώρα πολύ ελεύθερα και επιβλητικά πέφτοντας πάνω στον καθένα που συναντούν, αν δεν παραμερίσει»[3].
Αντίθετα απ’ ό,τι ισχυρίζεται ο φιλόσοφος, αντίπαλος του καθεστώτος άμεσης δημοκρατίας, η ελευθερία στο καθεστώς αυτό δεν είναι απεριόριστη. Αναγνωρίζεται και υπάρχει εφόσον ασκείται μέσα στα πλαίσια των νόμων του κράτους. Πλαίσια που εξασφαλίζουν σ’ όλους βέβαια τους πολίτες (και στο σημείο αυτό έχει δίκιο ο Πλάτων) την πιο μεγάλη ελευθερία. Ορισμένους περιορισμούς στην ελευθερία ειδικότερα του λόγου βάζουν δύο ξεχωριστοί νόμοι. Είναι ο νόμος για παράνομες προτάσεις και ο νόμος για ασέβεια. Δεν πρόκειται για προληπτική λογοκρισία, θεσμός αδιανόητος για τους οπαδούς του δημοκρατικού καθεστώτος, ακόμα και για τους πιο συντηρητικούς.

Ο πρώτος νόμος απαγορεύει να γίνονται στην Εκκλησία του δήμου προτάσεις αντίθετες με τους νόμους. Είτε απορριφθούν είτε ψηφιστούν οι προτάσεις αυτές, κάθε πολίτης έχει δικαίωμα να κάνει μήνυση στο λαϊκό δικαστήριο (την Ηλιαία) κατά του εισηγητή τους («γραφή παρανόμων»). Η τιμωρία που προβλέπεται αν αποδειχτεί σωστή η καταγγελία, είναι συνήθως βαριά χρηματική ποινή και σε περίπτωση που οι τέτοιες προτάσεις έχουν εγκριθεί από την Εκκλησία του δήμου, παύουν να ισχύουν οι σχετικές αποφάσεις της.

Ο νόμος για παράνομες προτάσεις αποβλέπει κυρίως στον περιορισμό των περιπτώσεων κακής χρήσης ή κατάχρησης του δικαιώματος της ελευθερίας του λόγου από τους πολιτικούς ηγέτες στη Συνέλευση του λαού. Παράλληλα δίνει στην τελευταία τη δυνατότητα και το νομικό έρεισμα για αναθεώρηση ή διόρθωση των σφαλερών αποφάσεών της. Έτσι, όπως παρατηρεί ένας μελετητής του θέματος που τον συμβουλευτήκαμε και προηγούμενα, ο νόμος αυτός έχει διπλό νόημα. Μετριάζει αλλά και προστατεύει το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου. Το προστατεύει ωστόσο με τρόπο αντίθετο από εκείνον που ισχύει στα νεότερα, στα αστικά δημοκρατικά καθεστώτα.

«Ο ρόλος της (της δίκης για παράνομες προτάσεις) ήταν διπλός, μετρίαζε την ισηγορία με την πειθαρχία που επέβαλλε, και συνάμα έδινε στο λαό, στο δήμο την ευκαιρία να επανεξετάζει μια απόφαση που είχε πάρει ο ίδιος. Καταδικαστική απόφαση για τον κατηγορούμενο στη δίκη γραφής παρανόμων σήμαινε ακύρωση της ευνοϊκής για το ζήτημα ψηφοφορίας της Συνέλευσης με απόφαση όχι μιας διαλεχτής ομάδας (ελίτ), όπως είναι το ανώτατο Αμερικανικό Δικαστήριο, αλλά του λαού μέσω ενός πλατιού λαϊκού δικαστηρίου ενόρκων εκλεγμένων με κλήρο. Το σύστημά μας προστατεύει την ελευθερία των αντιπροσώπων μας μ’ ένα κοινοβουλευτικό προνόμιο που κατά παράδοξο τρόπο προστατεύει την ανευθυνότητά τους. Το παράδοξο της Αθηναϊκής δημοκρατίας βρίσκεται στην αντίθετη κατεύθυνση. Προστάτευε την ελευθερία και της Συνέλευσης σαν σύνολο και κάθε μέλους ατομικά με το να τους αρνείται την ασυλία»[4].
Ο νόμος για παράνομες προτάσεις θεσπίστηκε στα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ. και ο βασικός σκοπός του στην αρχή ήταν η αντιμετώπιση των προσπαθειών των αντιπάλων του καθεστώτος, ιδιαίτερα των ολιγαρχικών, να χρησιμοποιήσουν το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου για δικές τους επιδιώξεις, για την παραπλάνηση του λαού και την αντικατάσταση του δημοκρατικού καθεστώτος με άλλο καθεστώς.

Ο νόμος για ασέβεια είναι πολύ παλιότερος. Χρονολογείται πιθανότατα από την περίοδο του αριστοκρατικού καθεστώτος. Αρχικά ήταν άγραφος. Η μετατροπή του σε γραπτό νόμο έγινε στις παραμονές του Πελοποννησιακού πολέμου. Το 432 με πρωτοβουλία και πίεση των πιο συντηρητικών κύκλων ψηφίστηκε ο λεγόμενος νόμος του Διοπείθη. Με το νόμο αυτόν η έννοια της ασέβειας δεν περιορίζεται πιο μόνο στον καθαρά θρησκευτικό τομέα, όπως συνέβαινε πριν, αλλά επεκτείνεται και στον τομέα της φιλοσοφίας και της επιστήμης (της αστρονομίας κυρίως): «Να καταγγέλονται όσοι δεν πιστεύουν στους θεούς και διδάσκουν θεωρίες για τα ουράνια φαινόμενα»[5]

Με βάση αυτόν το νόμο οι οπαδοί και προπαγανδιστές αντιλήψεων που δεν συμβιβάζονταν με την επίσημη θρησκεία μπορούσαν να καταδικαστούν σε μεγάλο χρηματικό πρόστιμο, εξορία και άλλες βαριές ποινές. Ακόμα και σε θάνατο. Ο νόμος εφαρμοζόταν για πολιτικούς βασικά σκοπούς και σε ανώμαλες περιόδους. Ιδιαίτερα όταν επικρατούσε η πιο συντηρητική μερίδα της δημοκρατικής παράταξης. Έτσι οι περιπτώσεις εφαρμογής του είναι λιγοστές. Γύρω στις 15 μέσα σ’ έναν αιώνα και πάνω (από το 432 ως το 324). Θύματα του νόμου αυτού, δικών για ασέβεια, υπήρξαν μερικοί από τους πιο γνωστούς φιλοσόφους, όπως ο Αναξαγόρας, ο Πρωταγόρας, ο Σωκράτης και άλλοι.

Αξίζει να σημειωθεί ότι στις άλλες δημοκρατούμενες πόλεις δεν υπήρχε τέτοιος νόμος. Έτσι η ελευθερία της σκέψης και του λόγου ήταν, θα πρέπει να υποθέσουμε, μεγαλύτερη εκεί απ’ ό,τι στην Αθήνα. Αυτό ισχύει ωστόσο για τις περιόδους που είπαμε ότι εφαρμοζόταν ο προκείμενος νόμος. Στις άλλες, τις ομαλές περιόδους δεν υπήρχε ουσιαστικά και στην Αθήνα κανένας σοβαρός περιορισμός στο δικαίωμα της ελευθερίας της σκέψης και της έκφρασης στους τομείς που αναφέραμε. Ενδεικτικότατη απ’ αυτή την άποψη είναι η κριτική που ασκείται στις μυστικιστικές κοσμοθεωρητικές αντιλήψεις και στην ίδια τη θρησκεία στα έργα πολλών συγγραφέων (όπως λ.χ. του Ευριπίδη και του Αριστοφάνη). Ακόμα πιο ενδεικτική μαρτυρία, από τη σκοπιά που μας ενδιαφέρει, είναι η πολεμική του Πλάτωνα ενάντια σε σύγχρονούς του φιλοσόφους που δίδασκαν, όπως λέει, αθεϊστικές θεωρίες και πολύ περισσότερο η διαπίστωσή του ότι στην εποχή του οι οπαδοί των θεωριών αυτών ή μ’ άλλα λόγια οι άθρησκοι ή άθεοι ήταν πάρα πολλοί. Τόσο πολλοί που καταλήγει στην πρόταση να καταργηθεί ο καθιερωμένος όρκος στα δικαστήρια. Όρκος που είχε νόημα και αξία μόνο για τους οπαδούς της επίσημης θρησκείας.

«Τώρα όμως ένα μέρος των ανθρώπων δεν πιστεύουν καθόλου σε θεούς, ένα άλλο μέρος έχουν τη γνώμη ότι οι θεοί δεν φροντίζουν καθόλου για μας, ενώ το μεγαλύτερο και χειρότερο μέρος νομίζει ότι μπορεί κανείς με μικρές θυσίες και κολακείες να κάνει τους θεούς συνεργούς σε μεγάλες ληστείες και σωτήρες του από μεγάλες τιμωρίες.

Στην κατάσταση λοιπόν που επικρατεί τώρα στους ανθρώπους δεν μπορεί πια να είναι κατάλληλη η τέχνη του Ραδάμανθυ στις δίκες. Αφού έχουν αλλάξει οι δοξασίες των ανθρώπων για τους θεούς χρειάζεται ν’ αλλάξουν και οι αντίστοιχοι νόμοι»[6].

Ανεξάρτητα από τους περιορισμούς που είδαμε, η ελευθερία της σκέψης και έκφρασης καθώς και κάθε άλλο είδος ελευθερίας υπάρχει στη δημοκρατία, μαζί και στην Αθηναϊκή δημοκρατία, σε ασύγκριτα μεγάλο βαθμό απ’ ό,τι σε οποιοδήποτε άλλο καθεστώς της εποχής ή για να χρησιμοποιήσουμε και πάλι μια σχετική διαπίστωση του Πλάτωνα, στο δημοκρατικό καθεστώς «πρώτο λοιπόν οι άνθρωποι είναι ελεύθεροι και η πόλη γίνεται γεμάτη ελευθερία και ελευθερία του λόγου και ο καθένας σ’ αυτήν έχει την ελευθερία να κάνει ό,τι θέλει»[7].

Το δικαίωμα αυτό χρησιμοποιείται  με ιδιαίτερο ζήλο κι ευχαρίστηση και σ’ ένα τόσο επικίνδυνο τομέα όπως είναι η πολιτική και κοινωνική κριτική. Το προβάδισμα εδώ το έχουν οι κωμωδιογράφοι και οι τραγικοί ποιητές. Το γεγονός δεν οφείλεται σε καμιά χωριστή, προνομιακή μεταχείρισή τους από τις επίσημες αρχές (συχνά έρχονται σε σύγκρουση μ’ αυτές, με το κάθε φορα «κατεστημένο»), αλλά σε κάτι άλλο, όπως αναφέρει ένας αρχαίος συγγραφέας, ο Πλατώνιος (σχολιαστής του Αριστοφάνη, άγνωστο πότε έζησε) που τον απασχόλησε το ζήτημα. Οφείλεται στην ιδιαίτερη εκτίμηση και υποστήριξη που έχουν οι ποιητές από τον παντοδύναμο, στη δημοκρατία, λαό. Ο δημοκράτης διανοητής μας δίνει με την ευκαιρία ενδιαφέρουσες πληροφορίες για την τύχη του δικαιώματος της ελευθερίας σκέψης και έκφρασης στην Αθήνα όταν η εξουσία περνάει στα χέρια των εχθρών της δημοκρατίας. Θεσπίζονται τέτοια νομικά εμπόδια για την άσκησή του που ουσιαστικά καταργείται.

«Στα χρόνια του Αριστοφάνη, του Κρατίνου και του Εύπολι η δημοκρατία επικρατούσε στον πιο μεγάλο βαθμό στην Αθήνα. Ο λαός είχε όλη την εξουσία, ήταν παντοδύναμος και κυρίαρχος  στα πολιτικά πράγματα. Επειδή λοιπόν είχαν όλοι το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου («ισηγορίας»), οι κωμωδιογράφοι μπορούσαν χωρίς καμιά συνέπεια γι’ αυτούς να κάνουν κριτική τόσο ενάντια σε στρατηγούς και στους κακούς δικαστές όσο και ενάντια σε ιδιώτες, γνωστούς για τη φιλαργυρία τους ή τη διαφθορά τους. Γιατί, όπως είπα, ο λαός έβγαζε το φόβο από τους συγγραφείς κωμωδιών, μια και άκουε πρόθυμα εκείνους που κακολογούσαν τέτοιους ανθρώπους. Εξάλλου είναι γνωστό ότι από τη φύση του ο λαός είναι πάντα ενάντια στους πλούσιους και ευχαριστιέται για τις δυστυχίες τους

Στα χρόνια λοιπόν του Αριστοφάνη, του Κρατίνου και του Εύπολι οι ποιητές ήταν αμείλικτοι στην κριτική τους ενάντια σε κείνους που έκαναν σφάλματα. Αργότερα όμως, όταν, κάτω από την πίεση τυραννικών ηγετών της Αθήνας, υποχωρεί η δημοκρατία και σηκώνει κεφάλι το ολιγαρχικό καθεστώς, όταν η εξουσία του λαού περνάει στους λίγους και εδραιώνεται το ολιγαρχικό καθεστώς, οι ποιητές κυριεύονται από το φόβο. Δεν είχαν πια τη δυνατότητα να κάνουν ανοιχτή κριτική σε κανέναν, γιατί διώκονταν δικαστικά από τους επικρινόμενους»[8].

[1] Δημοσθένης. Προς Λεπτίνην 106.

[2] Θεόφραστος, Χαρακτήρες ΚΣΤ.

[3] Πλάτων, Πολιτεία 562β – 563β.

[4] M.I. Finley, Democracy Ancient and Modern.

[5] Πλούταρχος. Περικλής 32,1.

[6] Πλάτων, Νόμοι 948C.

[7] Πλάτων, Πολιτεία 557Β

[8] Πλατώνιος. Περί διαφοράς κωμωδίας C.G.G.Kaib3

 

Τα βασικά γνωρίσματα του δημοκρατικού καθεστώτος

Η διαφορά που είδαμε ότι παρουσιάζει το δημοκρατικό καθεστώς σε σχέση με το αριστοκρατικό και το ολιγαρχικό καθεστώς καθώς και πολλές άλλες εκφράζονται όχι τόσο με νέους θεσμούς, όσο με ορισμένες αλλαγές στη δικαιοδοσία και αρμοδιότητες των θεσμών που υπάρχουν και στα δύο αυτά καθεστώτα και ιδιαίτερα στο αριστοκρατικό. Καθεστώς από το οποίο προήλθαν, από άποψη μορφής, το δημοκρατικό και το ολιγαρχικό καθεστώς.

Έτσι διατηρείται, στο δημοκρατικό καθεστώς, η Εκκλησία του δήμου, αλλά τα δικαιώματά της είναι τώρα πολύ περισσότερα και, το σπουδαιότερο, ουσιαστικά, πραγματικά κι όχι τυπικά. Χάρη σ’ αυτό το γεγονός γίνεται το ανώτατο κέντρο εξουσίας. Αυτή αποφασίζει για τα ζητήματα του κράτους μαζί και για τα πιο σπουδαία (για τα ζητήματα λ.χ. του πολέμου και της ειρήνης). Απ’ αυτήν εξαρτώνται και ελέγχονται όλα τα άλλα κέντρα εξουσίας.

Μέλη ισότιμα της Εκκλησίας του δήμου είναι όλοι οι πολίτες (εκτός από τις γυναίκες) από 18 χρονών και πάνω ανεξάρτητα από κοινωνική καταγωγή και οικονομική κατάσταση. Η πλειοψηφία της, η μόνιμη και συντριπτική πλειοψηφία της αποτελείται έτσι από εκείνους που δεν ανήκουν στους λίγους, τους αριστοκράτες και τους πλούσιους μη αριστοκρατικής προέλευσης, αλλά στο λαό. Γεγονός που εξηγεί και την ονομασία της.

Οι αρμοδιότητες που έχει η Εκκλησία του δήμου και ο τρόπος που παίρνει τις αποφάσεις της (τις παίρνουν τα ίδια τα μέλη της με βάση την αρχή της πλειοψηφίας και όχι εκλεγμένοι αντιπρόσωποί τους) συνεπάγονται όπως είναι φανερό το πέρασμα της πολιτικής εξουσίας (του μεγαλύτερου και σπουδαιότερου μέρους της) και την άσκησή της από το λαό, ή μ’ άλλα λόγια, το πέρασμα από το καθεστώς έμμεσης δημοκρατίας σε καθεστώς άμεσης δημοκρατίας.

Το βασικό αυτό γνώρισμα, η θεμελιακή αυτή διαφορά του δημοκρατικού καθεστώτος από το αριστοκρατικό και το ολιγαρχικό καθεστώς, από τα καθεστώτα έμμεσης δημοκρατίας (της ελληνικής αρχαιότητας) τονίζεται με έμφαση από τον αρχαίο φιλόσοφο και πολιτειολόγο που χρησιμοποιήσαμε ήδη σαν πηγή πληροφοριών για το θέμα μας.

»Όπως είπαμε, είναι δυνατό να μετέχουν όλοι σε όλα και να μη μετέχουν όλοι αλλά μερικοί μόνο σε μερικά. Αυτό ακριβώς κάνει να διαφέρουν μεταξύ τους τα πολιτεύματα. Γιατί στις δημοκρατίες μετέχουν όλοι σε όλα, ενώ στα ολιγαρχικά καθεστώτα συμβαίνει το αντίθετο»
(Αριστοτέλης, Πολιτικά, 1328β  32 – 37).

Το σπουδαιότερο κέντρο εξουσίας μετά την Εκκλησία του δήμου είναι η Βουλή. Αποτελείται από 500 μέλη, τους βουλευτές, που εκλέγονται με κλήρο για ένα χρόνο, και αντιπροσωπεύει εξίσου τις 10 «φυλές» (50 από καθεμιά) στις οποίες είναι χωρισμένοι οι πολίτες της Αθήνας ύστερα από τις μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη. Οι βουλευτές κάθε φυλής έχουν την κύρια ευθύνη για τις εργασίες της Βουλής για το ένα δέκατο του έτους και ονομάζονται στο διάστημα αυτό πρυτάνεις (και η φυλή τους πρυτανεύουσα). Πρόεδρος της Βουλής είναι ο λεγόμενος επιστάτης των πρυτάνεων. Εκλέγεται με κλήρο και μόνο για ένα μερόνυχτο. Στο αξίωμα αυτό μπορεί κανείς να εκλεγεί μόνο μια φορά το χρόνο. Ο επιστάτης των πρυτάνεων είναι ένα είδος προέδρου της δημοκρατίας.

Η Βουλή είναι βοηθητικό όργανο της Εκκλησίας του δήμου. Προετοιμάζει την ημερήσια διάταξη των συνεδριάσεων της Εκκλησίας του δήμου και υποβάλλει για συζήτηση και έγκριση τις προτάσεις της, τα »προβουλεύματά» της. Επίσης καθοδηγεί και ελέγχει όλους τους άρχοντες στην άσκηση των καθηκόντων τους.

Η Βουλή είναι καινούριος θεσμός για τη δημοκρατία της Αθήνας και δημιουργήθηκε σαν αντίβαρο στη βουλή του αριστοκρατικού καθεστώτος, τον Άρειο Πάγο, από τον οποίο αφαιρέθηκε όλη σχεδόν η εξουσία (η δικαιοδοσία του Άρειου Πάγου περιορίστηκε στην εκδίκαση ορισμένων υποθέσεων ανθρωποκτονίας) και μεταβιβάστηκε είτε στη νέα Βουλή είτε στην Εκκλησία του δήμου.

Όλοι οι βουλευτές λογοδοτούν στο λαό, στην Εκκλησία του δήμου και είναι ανακλητοί. Δικαίωμα εκλογής στο αξίωμα του βουλευτή έχουν όλοι οι πολίτες. Δεν επιτρέπεται ωστόσο να αναδειχτεί κανείς στο αξίωμα αυτό πάνω από δύο φορές.

Στην αρχή η κλήρωση των βουλευτών γινόταν από κατάλογο υποψηφίων, »προκρίτων» (προκριμένων, προεκλεγμένων) που πρότεινε η κάθε φυλή. Αργότερα καταργήθηκε αυτό το σύστημα να κληρώνονται οι βουλευτές με βάση τον κατάλογο ονομάτων όλων των πολιτών κάθε φυλής.

Μετά την εκλογή τους και προτού αναλάβουν τα καθήκοντά τους οι βουλευτές περνούν από έλεγχο, τη λεγόμενη δοκιμασία. Στον έλεγχο αυτόν που γίνεται από την απερχόμενη βουλή, εξετάζεται ο δημόσιος και ιδιωτικός βίος του βουλευτή, αν συμβιβάζονται με το αξίωμά του. Σε περίπτωση που το πόρισμα της δοκιμασίας είναι αρνητικό για τον βουλευτή ακυρώνεται η εκλογή του. Η απόφαση αυτή δεν είναι ωστόσο τελεσίδικη. Ο ενδιαφερόμενος έχει το δικαίωμα να κάνει έφεση στο δικαστήριο το οποίο παίρνει την τελική και αμετάκλητη απόφαση για το ζήτημα.

Οι εννιά άρχοντες του αριστοκρατικού καθεστώτος (ο επώνυμος άρχων, ο άρχων βασιλεύς, ο πολέμαρχος και οι έξι θεσμοθέτες) διατηρούνται, αλλά η εξουσία τους περιορίζεται σε βαθμό που δεν παίζουν ουσιαστικό ρόλο στη διοίκηση του κράτους. Εκλέγονται επίσης με κλήρο και τα αξιώματά τους είναι προσιτά σε όλους τους πολίτες. Η θητεία τους διαρκεί ένα χρόνο.

Η κλήρωση θεωρείται ο πιο δημοκρατικός τρόπος εκλογής και γι’ αυτό χρησιμοποιείται για τη διανομή των περισσότερων δημόσιων αξιωμάτων, μαζί και των δικαστικών και των (ανώτερων κυρίως) αστυνομικών.

Ο τρόπος εκλογής που ισχύει στα νεότερα δημοκρατικά καθεστώτα, η ψηφοφορία (ανοιχτή και μυστική) θεωρείται αντιδημοκρατικός θεσμός, που στηρίζεται και οδηγεί στην ανισότητα δικαιωμάτων των πολιτών και ταιριάζει μόνο σε αριστοκρατικά και ολιγαρχικά καθεστώτα. Για τον λόγο αυτόν εφαρμόζεται σε πολύ περιορισμένο βαθμό και συγκεκριμένα για δημόσια αξιώματα που απαιτούν ειδικά (μη πολιτικού χαρακτήρα) προσόντα και ικανότητες. Τέτοια θεωρούνται τα στρατιωτικά αξιώματα (κυρίως οι ανώτερες θέσεις στο στρατό) και τα αξιώματα ορισμένων ειδικών που χρειάζεται το κράτος (αρχιτέκτονες, ναυπηγοί για την κατασκευή πολεμικών πλοίων, οικονομολόγοι κλπ.) και που ο αριθμός τους είναι πάντα πολύ μικρός.

Η εκλογή για όλα αυτά τα αξιώματα γίνεται είτε από το λαό, την Εκκλησία του δήμου, είτε από τη Βουλή. Οι σπουδαιότεροι από τους αιρετούς άρχοντες είναι δέκα στρατηγοί. Εκλέγονται από την Εκκλησία του δήμου με ανοιχτή ψηφοφορία, «χειροτονία» (σήκωμα του χεριού) για ένα χρόνο. Είναι οι αρχηγοί του στρατού σε περίοδο πολέμου και ειρήνης και λογοδοτούν για το έργο τους στην Εκκλησία του δήμου και στη Βουλή (στη δεύτερη σε κάθε πρυτανεία της, δηλαδή κάθε 35 μέρες περίπου).

Όπως και στα κληρωτά αξιώματα, δικαίωμα υποψηφιότητας για τα αιρετά αξιώματα έχουν όλοι οι πολίτες. Επίσης ισχύει κι εδώ η αρχή να μην εκλέγεται κανείς περισσότερο από μια φορά στο ίδιο αξίωμα. Από τον κανόνα αυτόν εξαιρούνται ωστόσο οι δέκα στρατηγοί. Όλοι τους μετά το τέλος της θητείας έχουν το δικαίωμα να επανεκλεγούν και μάλιστα πολλές φορές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η περίπτωση του Περικλή ο οποίος χρημάτισε στρατηγός πάνω από 15 χρόνια συνέχεια (επανεκλεγόμενος εννοείται κάθε χρόνο).

Μαζί με την πολιτική και τη στρατιωτική εξουσία ο λαός έχει και τη δικαστική εξουσία. Κάθε χρόνο εκλέγονται με κλήρο απ’ όλους τους πολίτες (απ’ όσους έχουν συμπληρώσει τα 30 χρόνια) 6.000 δικαστές που αποτελούν την Ηλιαία και γι’ αυτό λέγονται ηλιαστές. Η Ηλιαία είναι από την ίδια τη σύνθεσή της λαϊκό δικαστήριο και στην αρμοδιότητά της υπάγονται όλες οι υποθέσεις δημοσίου δικαίου κι ένα μεγάλο μέρος των υποθέσεων ιδιωτικού δικαίου. Για την καλύτερη λειτουργία της είναι χωρισμένη σε 10 τμήματα με 500 μέλη το καθένα. Οι υπόλοιποι χίλιοι ηλιαστές είναι αναπληρωματικοί.

Η Ηλιαία αποτελεί ουσιαστικά μια δεύτερη συνέλευση του λαού και έχει τον τελευταίο λόγο για όλες σχεδόν τις υποθέσεις ιδιωτικών και δημόσιων συμφερόντων, από τις πιο σοβαρές ως τις πιο ασήμαντες.

Ο αριθμός των δικαστών που προβλέπεται για κάθε δίκη ποικίλλει ανάλογα με την κρινόμενη υπόθεση και η σύνθεση του δικαστηρίου καθορίζεται με κλήρο νωρίς το πρωί τη μέρα που αρχίζει η δίκη.

Πραγματική κυριαρχία του λαού, της μόνιμης πλειοψηφίας των ελεύθερων πολιτών και διοίκηση του κράτους από το λαό και για το λαό, αυτά είναι, μπορούμε να πούμε, τα πιο χαρακτηριστικά και τα πιο ουσιαστικά γνωρίσματα του δημοκρατικού καθεστώτος. Γνωρίσματα που το ξεχωρίζουν απ’ όλα τ’ άλλα καθεστώτα. Τόσο από το αριστοκρατικό και το ολιγαρχικό καθεστώς, καθεστώτα μη αυταρχικού τύπου αλλά κυριαρχίας μιας μειοψηφίας και διοίκησης του κράτους από την ίδια και για τα συμφέροντά της, όσο, πολύ περισσότερο, κι από το τυραννικό καθεστώς και το καθεστώς της κληρονομικής βασιλείας. Καθεστώτα αυταρχικού τύπου και κυριαρχίας της πιο μικρής μειοψηφίας (ενός και μόνο ατόμου και της οικογένειάς του, για τους αρχαίους) και διοίκησης του κράτους από την ίδια και για τα δικά της συμφέροντα.

Όπως μας πληροφορεί και πάλι ο Αριστοτέλης, για τους ιδεολόγους, τους θεωρητικούς της δημοκρατίας (δεν σημειώνει δυστυχώς κανένα όνομα) τα γνωρίσματά της που είδαμε, καθώς και πολλά άλλα, δεν είναι παρά άμεση ή έμμεση απόρροια και έκφραση του γεγονότος ότι είναι το μόνο καθεστώς που στηρίζεται στην πραγματική ελευθερία, την ελευθερία για όλους τους πολίτες. Ο αρχαίος φιλόσοφος μας δίνει με την ευκαιρία τη θεωρητική θεμελίωση της άποψης αυτής. Παραθέτουμε την πολύτιμη αυτή μαρτυρία. Πολύτιμη όχι μόνο γιατί μας προσφέρει έναν εξαντλητικό σχεδόν κατάλογο των διακριτικών γνωρισμάτων του αρχαιοελληνικού δημοκρατικού καθεστώτος, αλλά και γιατί περιέχει τον πληρέστερο, και άγνωστο από άλλες πηγές, ορισμό της ελευθερίας από τη δημοκρατική σκοπιά.

¨Το θεμέλιο του δημοκρατικού πολιτεύματος είναι η ελευθερία, γιατί, όπως λένε συνήθως, μόνο σ’ αυτό το πολίτευμα οι άνθρωποι έχουν ελευθερία και σ’ αυτήν αποβλέπει κάθε δημοκρατία. Χαρακτηριστικό γνώρισμα της ελευθερίας είναι το να κυβερνιέται κανείς με τη σειρά του και να κυβερνάει με τη σειρά του. Γιατί και το δημοκρατικό δίκαιο στηρίζεται στην αριθμητική ισότητα κι όχι στην αξιακή ισότητα… Αυτό λοιπόν είναι ένα βασικό γνώρισμα της ελευθερίας που όλοι οι δημοκρατικοί το θεωρούν απαραίτητη προϋπόθεση του δημοκρατικού πολιτεύματος. Ένα άλλο βασικό γνώρισμα της ελευθερίας είναι το να ζει κανείς όπως θέλει, γιατί αυτό, λένε, είναι συνακόλουθο της ελευθερίας, αφού το να ζει κανείς όπως δεν θέλει είναι συνακόλουθο της δουλείας. Αυτό λοιπόν αποτελεί τη δεύτερη απαραίτητη προϋπόθεση της δημοκρατίας. Από εδώ προήλθε η αρχή να μην κυβερνίεται ο πολίτης από κανέναν απολύτως κι όταν αυτό δεν είναι δυνατό, να κυβερνιέται (και να κυβερνάει) με τη σειρά του. Η αρχή αυτή συμβάλλει έτσι στην ελευθερία τη θεμελιωμένη ισότητα.

Μια και το δημοκρατικό καθεστώς στηρίζεται σε τέτοιου είδους βάσεις και σε τέτοια αρχή, είναι δημοκρατικοί οι ακόλουθοι θεσμοί:
το να εκλέγονται όλοι σ’ όλα τα αιρετά αξιώματα και απ’ όλους. Το να κυβερνάνε όλοι τον καθένα κι ο καθένας όλους με τη σειρά του. Το να είναι κληρωτά ή όλα τα δημόσια αξιώματα ή όσα δεν χρειάζονται πείρα και ειδικές γνώσεις. Το να μην απαιτείται κανένα εισόδημα ή να απαιτείται όσο το δυνατό μικρότερο εισόδημα για να εκλεγεί κανείς σε δημόσιο αξίωμα. Το να μην αναδείχνεται κανείς δύο φορές συνέχεια στο ίδιο αξίωμα ή αυτό να γίνεται λίγες φορές και για λίγα αξιώματα, εκτός από τα στρατιωτικά. Το να γίνονται δικαστές όλοι και απ’ όλα τα κοινωνικά στρώματα και να έχουν αρμοδιότητα για όλες τις υποθέσεις ή για τις περισσότερες και τις μεγαλύτερες και τις σπουδαιότερες όπως είναι οι υποθέσεις που σχετίζονται με τις ευθύνες των αρχόντων, το πολίτευμα και τις ιδιωτικές συμβάσεις. Το να είναι η Εκκλησία του δήμου κυρίαρχη για όλα τα ζητήματα και κανένα άλλο σώμα να μην είναι κυρίαρχο για κανένα ζήτημα ή να είναι για ελάχιστα ή η Βουλή να είναι κυρίαρχη για τα σπουδαιότερα.

Η Βουλή είναι η πιο δημοκρατική αρχή όπου δεν υπάρχει οικονομική δυνατότητα να παίρνουν μισθό όλοι οι πολίτες (για τη συμμετοχή τους στις συνελεύσεις της Εκκλησίας του δήμου). Πραγματικά, όπου υπάρχει τέτοια δυνατότητα αφαιρούν από τη Βουλή κι αυτή την εξουσία. Γιατί, όπως είπαμε και προηγούμενα, όταν ο λαός παίρνει μισθό για την άσκηση των δικαιωμάτων του, αναλαμβάνει ο ίδιος να κρίνει όλες τις υποθέσεις. Δημοκρατικός θεσμός είναι έπειτα το να μισθοδοτούνται όλοι οι πολίτες χωρίς καμιά εξαίρεση για τη συμμετοχή τους στις συνεδριάσεις της Εκκλησίας του δήμου, οι δικαστές και οι κάτοχοι των άλλων αξιωμάτων. Αν δεν φτάνουν τα χρήματα, το να μισθοδοτούνται οι κάτοχοι δημοσίων αξιωμάτων, οι δικαστές, οι βουλευτές και όσοι συμμετέχουν στις βασικές συνελεύσεις της Εκκλησίας του δήμου ή οι δημόσιοι λειτουργοί που είναι υποχρεωμένοι να τρώνε μαζί.

Επίσης, επειδή χαρακτηριστικά γνωρίσματα του ολιγαρχικού καθεστώτος είναι η ευγενική καταγωγή, ο πλούτος και η μόρφωση, τα αντίθετα απ’ αυτά θεωρούνται γνωρίσματα της δημοκρατίας, δηλαδή η ταπεινή καταγωγή, η φτώχεια και η έλλειψη μόρφωσης («βαναυσία’). Σχετικά με τα δημόσια αξιώματα, γνώρισμα της δημοκρατίας είναι ακόμα το να μην είναι κανένα ισόβιο και αν έχει μείνει κανένα τέτοιο από το παλιότερο πολίτευμα που αντικαταστάθηκε από τη δημοκρατία, να περιορίζεται η εξουσία του κι από αιρετό να γίνεται κληρωτό.

Αυτά λοιπόν είναι τα κοινά γνωρίσματα των δημοκρατιών¨.
(Αριστοτέλης, Πολιτικά, 1317β20 – 1318α4).

Οι θεσμοί που είδαμε ότι ισχύουν στο δημοκρατικό καθεστώς σχετικά με τη διανομή της εξουσίας, συνεπάγονται (αυτός είναι εξάλλου κι ο σκοπός τους) τη συγκέντρωση όσο το δυνατό λιγότερης εξουσίας και για όσο το δυνατό μικρότερο χρονικό διάστημα σε χέρια ατόμων, σε οποιονδήποτε κάτοχο πολιτικού ή άλλου δημόσιου αξιώματος. Οι θεσμοί αυτοί και ιδιαίτερα ο θεσμός της κληρωτότητας και αιρετότητας των δημόσιων αξιωμάτων και θέσεων έχουν επίσης άμεσες επιπτώσεις στον κρατικό μηχανισμό. Οι αρμοδιότητές του είναι εξαιρετικά περιορισμένες και το προσωπικό του είναι ολιγάριθμο (όσο είναι το απόλυτα απαραίτητο) και ανανεώνεται ή πιο σωστά αλλάζει κάθε χρόνο. Η μόνη εξαίρεση αφορά τη ¨μόνιμη¨μερίδα του, τους ελάχιστους δημόσιους υπάλληλους που δεν είναι εκλεγμένοι, αλλά διορισμένοι. Πρόκειται συνήθως για μορφωμένους δούλους που αποτελούν ιδιοκτησία του κράτους και χρησιμοποιούνται για καθαρά γραφική εργασία και δεν έχουν εννοείται καμιά εξουσία.

Έτσι, το αρχαιοελληνικό δημοκρατικό καθεστώς είναι καθεστώς άμεσης δημοκρατίας και στον τομέα του κρατικού μηχανισμού, καθεστώς χωρίς γραφειοκρατία.

Ακόμα πιο αξιοπρόσεχτο είναι ένα άλλο γεγονός, ένα άλλο γνώρισμα του καθεστώτος αυτού. Χάρη στο θεσμό της οικονομικής αποζημίωσης (‘μισθοφορία’) των πολιτών για την απασχόλησή τους με την πολιτική (έξω από τις ώρες της δουλειάς) εξασφαλίζει σ’ όλους ίσες σχεδόν δυνατότητες για την άσκηση των δικαιωμάτων τους. Τα στοιχεία που υπάρχουν σχετικά μ’ αυτό το ζήτημα είναι ενδεικτικότατα.

Στην Αθηναϊκή δημοκρατία από τα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ. οι βουλευτές, οι δικαστές και όλοι οι άλλοι άρχοντες, κληρωτοί και αιρετοί, παίρνουν «μισθό» για το χρονικό διάστημα που απασχολούνται με την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Ο μισθός είναι ίσος με το μεροκάματο του κτίστη ή του μαραγκού. Ανάλογο μισθό (λίγο μικρότερο) παίρνει (τον 4ο κυρίως αιώνα) κάθε πολίτης για τη συμμετοχή του στις συνελεύσεις της Εκκλησίας του δήμου (δηλαδή για 40 – 50 ημέρες το χρόνο).

Ο θεσμός της μισθοφορίας ευνοεί, όπως είναι αυτονόητο, ιδιαίτερα τους φτωχούς πολίτες. Και πραγματικά η μερίδα αυτή δείχνει και το μεγαλύτερο ενδιαφέρον και προθυμία για την άσκηση των δικαιωμάτων της. Αντίθετα αποτελεί αντικίνητρο στον ένα ή στον άλλο βαθμό για την συμμετοχή των πλούσιων και ειδικότερα των εύπορων πολιτών στην πολιτική ζωή και την ανάληψη δημόσιων αξιωμάτων. Σαν αποτέλεσμα του θεσμού της μισθοφορίας και της αριθμητικής υπεροχής της, η πρώτη μερίδα, οι φτωχοί πολίτες, παίζουν μεγαλύτερο ρόλο από τη δεύτερη στη διοίκηση του κράτους. Σύμφωνα μάλιστα μ’ έναν από τους ορισμούς που δίνει ο Αριστοτέλης στο δημοκρατικό καθεστώς, η μερίδα αυτή έχει την κυριαρχία στο δημοκρατικό καθεστώς, ενώ στο ολιγαρχικό καθεστώς κυριαρχεί η αντίθετη μερίδα, οι πλούσιοι, παρ’ όλο που είναι μαζί και με τους συμμάχους τους, τους αριστοκράτες, η μειοψηφία των πολιτών.

«Αλλά είναι δημοκρατία το καθεστώς, όταν οι ελεύθεροι και φτωχοί πλειοψηφούν και είναι κυρίαρχοι της εξουσίας. Αντίθετα είναι ολιγαρχία, όταν κυριαρχούν οι πλούσιοι και οι πιο ευγενικής προέλευσης πολίτες, αν και μειοψηφούν».
(Πολιτικά 1290β19 – 22)

Ο Αριστοτέλης έχει εδώ υπόψη ένα είδος δημοκρατίας που υπάρχει κυρίως στην εποχή του και που δεν είναι το πιο χαρακτηριστικό. Εξάλλου κι ο ίδιος δεν το συγκαταλέγει ούτε καν στα βασικά, κατά τη γνώμη του, είδη δημοκρατικού καθεστώτος. Είδη που το σπουδαιότερό τους, το πιο χαρακτηριστικό απ’ όλα, είναι εκείνο ακριβώς όπου δεν κυριαρχούν οι φτωχοί, οι άποροι ή οι πλούσιοι, οι εύποροι, αλλά ο λαός, με την έννοια ότι σαν πλειοψηφία που είναι έχει το μεγαλύτερο μέρος της εξουσίας.

«Το πρώτο είδος δημοκρατίας είναι η δημοκρατία όπου υπάρχει η πιο μεγάλη ισότητα. Γιατί ο θεμελιακός νόμος της τέτοιας δημοκρατίας καθορίζει ότι ισότητα είναι το να μην υπερέχουν οι άποροι ή οι εύποροι ούτε να κυριαρχεί οποιαδήποτε από τις δύο αυτές μερίδες, αλλά να είναι ίσες μεταξύ τους. Και πραγματικά, αν, όπως νομίζουν μερικοί, η ελευθερία και η ισότητα υπάρχουν στο μεγαλύτερο βαθμό στη δημοκρατία, αυτό θα πετυχαινόταν στο μεγαλύτερο βαθμό, αν όλοι έχουν ακριβώς τα ίδια δικαιώματα συμμετοχής στη διοίκηση του κράτους. Επειδή όμως ο λαός είναι η πλειοψηφία κι επικρατεί η γνώμη της πλειοψηφίας, αναγκαστικά είναι δημοκρατία το τέτοιου είδους καθεστώς. Ένα είδος δημοκρατίας είναι αυτό. Άλλο είδος είναι εκείνο όπου τα αξιώματα δίνονται ανάλογα με το εισόδημα κι επειδή το εισόδημα αυτό προβλέπεται να είναι μικρό, όποιος το αποχτάει πρέπει να έχει το δικαίωμα να συμμετέχει στη διακυβέρνηση του κράτους κι όποιος το χάνει δεν πρέπει να έχει αυτό το δικαίωμα. Άλλο είδος δημοκρατίας είναι εκείνο όπου παίρνουν μέρος στη διοίκηση του κράτους όλοι οι μη υπόλογοι πολίτες, αλλά κυριαρχεί ο νόμος. Τέταρτο είδος είναι όταν δικαιούνταν να αναλαβαίνουν δημόσια αξιώματα όλοι, όσοι είναι γραμμένοι στον κατάλογο των πολιτών, αλλά κυριαρχεί ο νόμος. Ένα άλλο είδος είναι εκείνο όπου υπάρχουν τα γνωρίσματα των προηγούμενων ειδών, αλλά κυριαρχεί ο λαός («το πλήθος») κι όχι ο νόμος. Αυτό γίνεται, όταν δεν κυριαρχεί ο νόμος αλλά οι αποφάσεις («ψηφίσματα») που παίρνει κάθε φορά η πλειοψηφία»
(Πολιτικά 1291β).

Η κυριαρχία του λαού ή της φτωχής μερίδας του στο δημοκρατικό καθεστώς αφορά τον πολιτικό βασικά τομέα. Δεν επεκτείνεται και στον οικονομικό τομέα. Στον τομέα αυτόν κυριαρχούν οι πλούσιοι και το μόνο που κατορθώνει ο λαός χάρη στην πολιτική κυριαρχία του είναι το να παίρνονται υπόψη και να ικανοποιούνται στον ένα ή στον άλλο βαθμό τα συμφέροντά του από το κράτος στην οικονομική πολιτική.

Από την άποψη λοιπόν αυτή το δημοκρατικό καθεστώς δεν είναι δημοκρατικό, ή όπως τονίζει χαρακτηριστικά ένας από τους οπαδούς του και θεωρητικούς του, ο Συρακούσιος Αθηναγόρας, είναι «ολιγαρχικό» στον οικονομικό τομέα.

«Θα πουν μερικοί ότι η δημοκρατία δεν είναι ούτε λογική ούτε δίκαιη και ότι οι πλούσιοι είναι οι αξιότεροι για να ασκούν την εξουσία. Αλλά εγώ λέω, πρώτα, ότι ο όρος δημοκρατία περιλαβαίνει όλο το λαό, ενώ ο όρος ολιγαρχία περιλαβαίνει ένα μέρος μόνο. Δεύτερο, ότι οι πλούσιοι είναι, βέβαια, οι καλύτεροι για να διαχειρίζονται το χρήμα, αλλά οι συνετοί είναι οι καλύτεροι για να δίνουν συμβουλές και το πλήθος είναι καλύτερο για να κρίνει αφού διαφωτισθεί. Τα τρία αυτά στοιχεία έχουν, το καθένα χωριστά και όλα μαζί, ισοτιμία στο δημοκρατικό πολίτευμα. Η ολιγαρχία, ενώ κατανέμει τους κινδύνους σ’ όλο το λαό, για τα ωφελήματα όχι μόνο παίρνει περισσότερα, αλλά τα κρατάει για τον εαυτό της αφαιρώντας τα όλα από τον λαό».
(Θουκυδίδης, Ε 39 (μετάφραση Α. Βλάχου)).

Η κυριαρχία των πλούσιων στον οικονομικό τομέα θεωρείται γενικά ένα είδος αναγκαίου κακού που μπορεί να μετριαστεί μόνο στο δημοκρατικό καθεστώς, στο καθεστώς κυριαρχίας του λαού στον πολιτικό τομές. Υπάρχουν ωστόσο και υποστηρικτές της αντίθετης άποψης. Πρόκειται για ορισμένους δημοκράτες στοχαστές που μπορούν να θεωρηθούν οι παλιότεροι πρόδρομοι και θιασώτες του εξισωτικού σοσιαλισμού, της αναγκαιότητας και δυνατότητας να πραγματοποιηθεί η απόλυτη οικονομική εξίσωση των ανθρώπων (στην κυριολεξία μόνο εκείνων που έχουν την ιδιότητα του πολίτη).

 

Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας

 

Οι Ευθύνες για τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο

Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος 1939-1945, κόστισε στην ανθρωπότητα πενήντα πέντε εκατομμύρια νεκρούς, ανυπολόγιστο αριθμό τραυματιών και καταστροφή τεράστιου υλικού πλούτου, οι δε συνέπειές του θα συνεχίζονται για μεγάλο χρονικό διάστημα. Πρέπει συνεπώς οι νέοι να γνωρίζουν ποιοι έχουν τις ευθύνες της εξαπόλυσης αυτής της ανθρωποσφαγής, γιατί πολλή προσπάθεια, με επιτυχία δυστυχώς, έχει καταβληθεί ώστε άλλοι να διώξουν από πάνω τους τις ευθύνες και άλλοι να θεωρηθούν ως θύματα. Η ιστορία όμως, αυτή που γράφεται από ελεύθερους και ανεπηρέαστους ανθρώπους, έχει σημειώσει ήδη τους υπεύθυνους που θεωρεί ότι είναι βασικά τρεις.

1. Ο Χίτλερ και το ναζιστικό καθεστώς στη Γερμανία. Αυτός άλλωστε επιτέθηκε εναντίον της Πολωνίας και άρχισε έτσι ο πόλεμος.

2. Η Αγγλία και η Γαλλία. Αυτές ευθύνονται διότι:
α) με το τέλος του πρώτου παγκοσμίου πολέμου 1914-1918 επέβαλαν στην ηττημένη Γερμανία ταπεινωτικούς όρους με τη συνθήκη των Βερσαλλιών, πράγμα που εκμεταλλεύτηκε αργότερα ο Χίτλερ, ξεσήκωσε το απωθημένο εθνικιστικό πνεύμα των Γερμανών και επικράτησε στη χώρα του,

β) ενώ έβλεπαν τη Γερμανία να εξοπλίζεται, αυτές παρέμειναν απροετοίμαστες και έτσι, μετά είκοσι χρόνια, η ηττημένη χώρα του πολέμου βρέθηκε να υπερέχει στρατιωτικά έναντι των νικητών.

3. Η Σοβιετική Ένωση, που υπέγραψε το Γερμανοσοβιετικό σύμφωνο τον Αύγουστο του 1939. Η σημασία του συμφώνου αυτού για την εξαπόλυση του πολέμου εύκολα μπορεί να εκτιμηθεί.

Είναι όμως αναγκαίο, πριν μιλήσουμε για το Γερμανοσοβιετικό αυτό σύμφωνο, ν’ αναφερθούμε σε δύο άλλα πολύ σημαντικά γεγονότα που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στις μετέπειτα εξελίξεις. Αυτά είναι:

Η βοήθεια των Γερμανών στον Λένιν

Πολλές φορές έχει γραφεί στον διεθνή τύπο ότι, η Αυτοκρατορική Γερμανία βοήθησε τον Λένιν να περάσει από την Ελβετία, δια μέσου της Γερμανίας, στη Ρωσία και ότι ενίσχυσε και αυτόν και το κόμμα του οικονομικά. Ο Μάικλ Πήρσον στο βιβλίο του «το σφραγισμένο τραίνο – από την εξορία στην εξουσία – Λένιν 1917» που είναι πολύ ενδιαφέρον, παρουσιάζει στοιχεία που βρέθηκαν σε έγγραφα του Γερμανικού Υπουργείου Εξωτερικών με ημερομηνία 5 Φεβρουαρίου 1918 και συνεπώς είναι επίσημα και αδιάψευστα.

Βρισκόμαστε στο 1917. Η Γερμανία πολεμάει σε δύο μέτωπα, στο Δυτικό εναντίον των Γάλλων και των Άγγλων και στο Ανατολικό εναντίον των Ρώσων. Επιδίωξή της είναι να συντρίψει τους αντιπάλους της σε ένα από τα μέτωπα αυτά ή να συνάψει μαζί τους ειρήνη, επωφελή γι’ αυτή, ώστε να μεταφέρει τα στρατεύματά της από εκεί στο άλλο μέτωπο. Αυτό όμως μπορούσε να γίνει μόνο στο ρωσικό μέτωπο όπου ο αντίπαλος ήταν εξασθενημένος. Προς την κατεύθυνση αυτή, κατέβαλε προσπάθειες χρησιμοποιώντας κάθε μέσο. Ένα απ’ αυτά ήταν και η ενίσχυση κάθε επαναστατικού κινήματος που θα εξασθένιζε τη ρωσική κυβέρνηση και το στρατό. Στη Ρωσία είχαν ήδη αρχίσει οι επαναστατικές διαδικασίες. Ο Τσάρος ανατράπηκε και στην εξουσία βρέθηκε μια δημοκρατική κυβέρνηση. Τότε ο Λένιν, που βρισκόταν στην Ελβετία, θέλησε να επιστρέψει στη Ρωσία. Αυτό εξυπηρετούσε τους Γερμανούς. Στις 23 Μαρτίου ο Γερμανός υπουργός των εξωτερικών, Τσίμμερμαν, τηλεγράφησε στο Επιτελείο «είναι προς το συμφέρον μας να επικρατήσει η ριζοσπαστική πτέρυγα των Ρώσων επαναστατών», ενώ ο Λένιν διασυνδέθηκε με Γερμανούς πράκτορες με το σκοπό να επιτραπεί σ’ αυτόν και τους συνεργάτες του να περάσουν τη Γερμανία και να επιστρέψουν στη Ρωσία. Τα πράγματα εξελίχτηκαν ταχύτατα και στις 8 Απριλίου 1917, ένα σφραγισμένο τραίνο ξεκίνησε από τη Ζυρίχη μεταφέροντας τον Λένιν και τους συνεργάτες του δια μέσου Γερμανίας στη Ρωσία. Ο Πήρσον γράφει ότι για την ενίσχυση των Μπολσεβίκων (το κόμμα του Λένιν) διατέθηκαν από τους Γερμανούς 52 εκατομμύρια μάρκα (ή 130 εκατομμύρια δολλάρια αξίας 1917). Τα κατοπινά γεγονότα στη Ρωσία είναι γνωστά. Ο υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας Ρίχαρντ Φον Κιούλμαν, που διαδέχθηκε τον Τσίμμερμαν, τηλεγραφούσε τον Σεπτέμβριο του 1917 ικανοποιημένος στο γερμανικό επιτελείο «Το κίνημα των Μπολσεβίκων δεν θα μπορούσε ποτέ να φθάσει στην έκταση επιρροής που έχει σήμερα χωρίς την αδιάκοπη υποστήριξή μας!».

Μετά την επικράτηση των κομμουνιστών στη Ρωσία υπογράφτηκε στις 3 Μαρτίου 1918 χωριστή συνθήκη ειρήνης με την Γερμανία, η γνωστή ως συνθήκη του Μπρεστ – Λιτόβσκ. Μ’ αυτή η Ρωσία έχανε εκτεταμένα και πλούσια εδάφη, συγχρόνως δε επέτρεπε στη Γερμανία να μεταφέρει ένα εκατομμύριο στρατό στο Δυτικό μέτωπο. Λίγο αργότερα (Αύγουστος 1918) με μια συμπληρωματική συμφωνία, η Ρωσία υποχρεώνονταν να πληρώσει στη Γερμανία 120 εκατομμύρια χρυσά ρούβλια.

Αξίζει, σε αυτό το σημείο, να ειπωθεί ότι η συνθήκη Μπρεστ – Λιτόβσκ ακυρώθηκε από τη Σοβιετική Ένωση τρεις ημέρες μετά τον τερματισμό του πολέμου που έγινε στις 11 Νοεμβρίου του 1918.

Η Συμφωνία του Ραπάλο

Στις 16 Απριλίου 1922 η Σοβιετική Ρωσία και η Γερμανία υπέγραψαν στο Ραπάλο σύμφωνο φιλίας. Με το σύμφωνο αυτό, τα δύο συμβαλλόμενα μέρη παραιτούνταν αμοιβαία από τις πολεμικές επανορθώσεις, επαναλάμβαναν τις διπλωματικές τους σχέσεις, θέσπιζαν στις εμπορικές τους σχέσεις κάθε μία υπέρ της άλλης τη ρήτρα του μάλλον ευνοούμενου κράτους και αποφάσιζαν να διαβουλεύονται μεταξύ τους πάνω σε σοβαρά διεθνή προβλήματα.

Bundesarchiv_Bild_183-R14433,_Vertrag_von_Rapallo

Ο Καγκελάριος Joseph Wirth, δεύτερος από αριστερά, με τον Krassin, Georgi Chicherin και Joffee της ρωσικής αποστολής, κατά την υπογραφή της συνθήκης του Ραπάλο.

Πέρα απ’ αυτά, η Σοβιετική Ένωση παρείχε στη Γερμανία το δικαίωμα να χρησιμοποιεί το Ρωσικό έδαφος για εκγύμναση στελεχών της σε απαγορευμένα όπλα (βαρύ πυροβολικό, τανκς, αεροπορία κ.λ.π.), για πειραματισμό σε νέα όπλα, για παραγωγή πολεμικού υλικού, για δοκιμή μεθόδων χημικού πολέμου κ.λ.π. (Πρέπει να σημειωθεί ότι με την συνθήκη των Βερσαλλιών η Γερμανία είχε αφοπλιστεί και δεν της επιτρέπονταν η διατήρηση παρά υποτυπώδους στρατού με ελαφρά μόνο όπλα).

Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς πόσο η συμφωνία αυτή συνέβαλε στη δημιουργία του νέου Γερμανικού στρατού που, επί Χίτλερ πήρε τρομερή ανάπτυξη και αποτέλεσε τον βραχίονά του με τον οποίο μπόρεσε να εξαπολύσει τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.

Αν η συνθήκη του Μπρεστ – Λιτόβσκ μπορεί να υποστηριχθεί ότι ήταν αποτέλεσμα ρεαλιστικής εκτίμησης της κακής κατάστασης στο μέτωπο και συνεπώς μια αναγκαία πράξη, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ανάλογο και για τη συμφωνία του Ραπάλο, διότι αυτή έγινε σε καιρό ειρήνης και με μια Γερμανία τσακισμένη από την ήττα. Τι έκανε τη Σοβιετική κυβέρνηση να κλείσει αυτή τη συμφωνία, με την οποία άρχιζε ουσιαστικά ο επανεξοπλισμός της Γερμανίας; Μήπως αυτή ήταν το τίμημα της βοήθειας της Γερμανίας προς τον Λένιν και τους Μπολσεβίκους; Και δεν αντιλαμβάνονταν η Σοβιετική ηγεσία, που μπορούσε να οδηγήσει ο αρχόμενος εξοπλισμός ενός ηττημένου, πικραμένου και δυναμικού έθνους;

Το Γερμανο-σοβιετικό σύμφωνο του 1939

Η υπογραφή του Γερμανο-σοβιετικού συμφώνου στη Μόσχα στις 23 Αυγούστου 1939 έσκασε σαν βόμβα και κατέπληξε κυβερνήσεις και λαούς, στους δε κομμουνιστές έφερε μια απερίγραπτη ιδεολογική σύγχυση. Επί έξι χρόνια, από τότε δηλαδή που ανέβηκε ο Χίτλερ στην εξουσία, η Σοβιετική προπαγάνδα δούλευε εναντίον του και εναντίον του ναζισμού-φασισμού. Ήταν ο κύριος στόχος της. Με ό,τι καλό ήταν προικισμένο το κομμουνιστικό σύστημα, με το αντίστοιχο κακό θεωρούνταν ότι ήταν φορτωμένο το ναζιστικό-φασιστικό σύστημα που χαρακτηρίζονταν γενικά σαν ο αντίθετος πόλος του κομμουνισμού. Μη ξεχνάμε εξ’ άλλου ότι με πρωτοβουλία της Γερμανίας είχε σχηματισθεί το περίφημο αντικομμουνιστικό τρίγωνο μεταξύ Γερμανίας – Ιταλίας – Ιαπωνίας. Και ξαφνικά υπογράφεται το Γερμανο-σοβιετικό σύμφωνο φιλίας. Ο κόσμος σάστισε και οι κομμουνιστές στην Ευρώπη και αλλού έμειναν άφωνοι.

Για να εκτιμήσει κανείς τη σημασία αυτού του συμφώνου, πρέπει να σκεφτεί για λίγο ποια ήταν η κατάσταση τότε. Στην Ευρώπη πλανιόταν το φάντασμα του πολέμου. Ενός πολέμου όμως που θα μπορούσε και να είχε αποφευχθεί. Ο Χίτλερ, έχοντας στρατιωτική υπεροχή έναντι των Γάλλων και Άγγλων και αφού κατέλαβε το Σάαρ, συνένωσε την Αυστρία με τη Γερμανία και απέσπασε τη Σουδητία από τη Τσεχοσλοβακία, στράφηκε προς τη Πολωνία διεκδικώντας το Ντάντσιχ και ένα διάδρομο για να επικοινωνεί με την Ανατολική Πρωσσία. Οι Γάλλοι και οι Άγγλοι είχαν φανεί ελεστικοί και ενδοτικοί μέχρι τότε αλλά προκειμένου για τη Πολωνία θέλησαν να φανούν ανένδοτοι και αποφάσισαν να της προσφέρουν την εγγύησή τους σε περίπτωση γερμανικής επίθεσης. Η κατάσταση, συνεπώς, εξελίσσονταν επικίνδυνα, από το ένα μέρος με τη πίεση του Χίτλερ πάνω στη Πολωνία και από το άλλο με την ανυποχώρητη στάση της Πολωνίας και την απόφαση της Γαλλίας και της Αγγλίας να σταθούν κοντά της. Όσο όμως και να ήταν σίγουρος ο Χίτλερ για μια σύντομη νίκη πάνω στη Πολωνία, υπολόγιζε πάντα τη στάση της Σοβιετικής Ένωσης. Γιατί για τη Γερμανία υπήρξε πάντα φοβερός εφιάλτης ο διμέτωπος πόλεμος.

Είναι φανερό, συνεπώς, τι σήμαινε ένα σύμφωνο με τη Σοβιετική Ρωσία, σύμφωνο μάλιστα που όπως αποδείχτηκε ήταν καθαρά πολεμικό αφού, εκτός από το κύριο μέρος του, με το οποίο δεσμεύονταν η Σοβιετική Ένωση να μη βοηθήσει τη Γαλλία και την Αγγλία αν αποφάσιζαν να επέμβουν υπέρ της Πολωνίας σε περίπτωση πολέμου καθώς επίσης αναλάμβανε την υποχρέωση να προμηθεύσει στη Γερμανία σιτάρι, πετρέλαιο, σπάνια μέταλλα και άλλα χρήσιμα προϊόντα, υπήρχε και ένα μυστικό πρωτόκολλο που προέβλεπε εδαφικές μεταβολές σε περίπτωση πολέμου. Σ’ αυτό ορίζονταν εκτός των άλλων και ότι «Σε περίπτωση εδαφικών και πολιτικών μεταβολών στα εδάφη που ανήκουν στο Πολωνικό κράτος, οι σφαίρες επιρροής της Γερμανίας και της Σοβιετικής Ένωσης θα ορίζονται, κατά προσέγγιση, από τη γραμμή των ποταμών Νάρεφ, Βιστούλα και Σαν. Μόνο με βάση τις μελλοντικές πολιτικές εξελίξεις θα είναι δυνατό ν’ αποφασισθεί κατά πόσο τα συμφέροντα των δύο μερών καθιστούν επιθυμητή τη διατήρηση ενός ανεξάρτητου Πολωνικού κράτους. Οπωσδήποτε οι δύο κυβερνήσεις θα λύσουν αυτό το θέμα με μια φιλική συνεννόηση».

Το μυστικό πρωτόκολλο αναφέρονταν και στις Βαλτικές χώρες εκ των οποίων η μεν Λιθουανία περιέρχονταν στη γερμανική σφαίρα επιρροής, οι δε Εσθονία, Λεττονία και Φινλανδία στη Σοβιετική σφαίρα. Λίγο αργότερα τροποποιήθηκε το πρωτόκολλο και η Λιθουανία περιήλθε στη σφαίρα Σοβιετικής επιρροής με αντάλλαγμα Πολωνικά εδάφη που πήρε η Γερμανία. Κυνική διανομή χωρών και λαών.

Ο πόλεμος ουσιαστικά άρχισε την ώρα της υπογραφής του συμφώνου αυτού, δηλαδή στις 23 Αυγούστου, αφού η Σοβιετική Ρωσία άναψε στον Χίτλερ το πράσινο φως και κανένας δεν μπορούσε πια να τον σταματήσει. Μί εβδομάδα αργότερα, δηλαδή στη 1 Σεπτεμβρίου 1939, τα γερμανικά στρατεύματα εισέβαλαν στη Πολωνία και προχώρησαν σαρωτικά. Στις 17 Σεπτεμβρίου μπήκε στον πόλεμο και η Ρωσία, σύμφωνα με τα συμφωνημένα, χτυπώντας το μαχαίρι στην αιμόφυρτη Πολωνία στη πλάτη.

Η δύστυχη χώρα διαμελίζονταν για τέταρτη φορά στην ιστορία της και τα ναζιστικά και τα σοβιετικά στρατεύματα παρέλασαν μαζί στους δρόμους του Μπρεστ-Λιτόβσκ ενώ ο Μολότωφ δήλωνε λίγες μέρες αργότερα στο Ανώτατο Σοβιέτ ότι η Πολωνία «το τερατούργημα που δημιουργήθηκε με τη συνθήκη των Βερσαλλιών» έπαψε να υπάρχει.

Οι Ρώσοι δεν θέλουν να θυμούνται αυτό το Σύμφωνο, οργίζονται και προσπαθούν να το δικαιολογήσουν. Πριν χρόνια, επί Σοβιετικής Ένωσης, το Σοβιετικό Πρακτορείο ΤΑΣ αντέδρασε με οργή. Ανακοίνωσε ότι «Το να μιλήσει κανείς για συνεργασία μεταξύ της κομμουνιστικής Ρωσίας και του γερμανικού φασισμού είναι τερατώδες ψέμα. Η απόφαση του Στάλιν να υπογράψει συμφωνία με τον Χίτλερ πάρθηκε μόνο και μόνο για να κερδίσει 18 μήνες ώστε να υπάρξει καλύτερη προετοιμασία από μέρους της Σοβιετικής Ένωσης». Αυτήν άλλωστε τη δικαιολογία επικαλέστηκε και ο ίδιος ο Στάλιν στη ραδιοφωνική του ομιλία στις 3 Ιουλίου 1941.

Η δικαιολογία όμως αυτή είναι φτωχή και την ανατρέπουν πολλά επιχειρήματα μερικά από τα οποία αναφέρονται παρακάτω.

α) Δε μπορούσε να ήταν βέβαιη η Σοβιετική Ένωση ότι η Γερμανία θα εξαπέλυε οπωσδήποτε τον πόλεμο. Το αντίθετο ήταν πιο πιθανό, ίσως και το βέβαιο. Αν δηλαδή η Σοβιετική Ένωση κρατούσε σταθερή στάση απέναντι στη Γερμανία, ο Χίτλερ θα το σκέπτονταν πολύ. Ο διμέτωπος πόλεμος, όπως αναφέραμε ήταν πάντα ένας εφιάλτης για τους Γερμανούς.

β) Παρά την ιδεολογική αντίθεση των δύο καθεστώτων και τον φραστικό πόλεμο της Σοβιετικής Ένωσης εναντίον του γερμανικού ναζισμού, υπάρχει μια σειρά εκδηλώσεων επί έτη από τη πλευρά της προς τη Γερμανία, με σκοπό τη δημιουργία κλίματος φιλίας μόνο που οι πολιτικοί παρατηρητές δεν έδιναν τη σημασία που έπρεπε. Είχαν κυριολεκτικά τυφλωθεί.

γ) Η ραγδαία προέλαση το γερμανικού στρατού, όταν επιτέθηκε εναντίον της Ρωσίας στις 22 Ιουνίου 1941, που έφτασε μέχρι το Λένινγκραντ, τη Μόσχα και το Καύκασο δείχνει ότι δεν έγινε καμιά προετοιμασία του Σοβιετικού στρατού, παρά το χρόνο που κέρδισε με το σύμφωνο. Ο Στάλιν δε πίστευε ποτέ ότι θα επιτίθονταν η Γερμανία εναντίον της Ρωσίας μετά τη συμφωνία που υπόγραψαν, αλλιώς δε θα άφηνε 1500 ρωσικά αεροπλάνα, σχεδόν το σύνολο της σοβιετικής αεροπορίας, να καταστραφούν πάνω στο έδαφος τη πρώτη μέρα του πολέμου από τη γερμανική αεροπορία. Και όταν αυτή επιτέθηκε και του είπαν τα νέα αιφνιδιάστηκε, δε το πίστευε, ωχρίασε και μόλις κατώρθωσε να ψελλίσει »Ο φίλος μου ο Χίτλερ;». Λένε μάλιστα ότι επί 10 μέρες ο Στάλιν είχε αυτοαπομονωθεί απογοητευμένος και δεν έρχονταν σ’ επαφή με κανέναν. Αυτό αποδείχνεται και από το γεγονός ότι, ενώ οι Γερμανοί επιτέθηκαν εναντίον της Ρωσίας στις 22 Ιουνίου 1941 ο Στάλιν μόλις στις 3 Ιουλίου, έντεκα μέρες δηλαδή μετά, παρουσιάστηκε στο ρωσικό λαό με μια ομιλία του από το ραδιόφωνο, πράγμα που δε συνέβη ποτέ στα πολεμικά χρονικά με αρχηγό κράτους.

δ) Ο Στάλιν πίστευε ότι με το σύμφωνο αυτό έκανε κάτι το ιδεολογικά ορθό. Όταν ο πρώην Σοβιετικός υπουργός των Εξωτερικών Λιτβίνωφ τον επισκέφτηκε για να του εκφράσει τις επιφυλάξεις του για το Σύμφωνο που προετοιμάζονταν, αυτός του είπε »Είμαι βέβαιος ότι και ο Λένιν θα ενέκρινε μια συμμαχία με τον Χίτλερ».

Αξίζει να επισημάνουμε σε αυτό το σημείο ότι έξι έτη νωρίτερα, στις 2 Σεπτεμβρίου 1933, η Σοβιετική Ένωση είχε υπογράψει και με τη φασιστική Ιταλία ένα »σύμφωνο φιλίας, μη επιθέσεως και ουδετερότητας». Το σύμφωνο αυτό υπογράφηκε στη Ρώμη και από μεν τη πλευρά της φασιστικής Ιταλίας, το υπέγραψε ο ίδιος ο Μουσολίνι, από δε τη πλευρά της Σοβιετικής Ένωσης ο Σοβιετικός εκεί Πρεσβευτής.

 

Αδόλφος Χίτλερ

Η γέννηση του Αδόλφου Χίτλερ
Στις 20 Απριλίου του 1889, στο μικρό χωριό Μπράουναου πάνω στον ποταμό Ίν, ανάμεσα στην Αυστρία και στη Γερμανία, ένας κορδωμένος Αυστριακός τελωνειακός πενηνταδύο χρόνων και μια εικοσάχρονη χωριατοπούλα απέκτησαν ένα μωρό. Το αγοράκι βαφτίστηκε Άντολφ – ένα αρκετά συνηθισμένο όνομα για ένα πολύ ασυνήθιστο μωρό. Γιατί αυτό το παιδί, το τρίτο από τον τρίτο δυστυχισμένο γάμο του πατέρα του, θα αποκτούσε κάποια μέρα υπέρτατη εξουσία πάνω στο γερμανικό λαό. Αφού μεγάλωσε και γινόταν ένας πλαδαρός ανθρωπάκος με άγριο βλέμμα, ατίθασο τσουλούφι και μουστάκι σαν του Τσάρλυ Τσάπλιν, θα διασκέλιζε μια ήπειρο, θα την βύθιζε στο αίμα και θα την έριχνε στην δυστυχία και την απελπισία. Θα χρειαζόταν μια τεράστια στρατιωτική κινητοποίηση για να τον νικήσουν. Και στο τέλος, θα σερνόταν μέσα στο βερολινέζικο καταφύγιό του και θα αυτοκτονούσε πυροβολώντας στο στόμα του.

Η ιστορία του Αδόλφου Χίτλερ δεν είναι όμορφη. Δεν υπάρχει τίποτα όμορφο, ρομαντικό ή τρυφερό στη ζωή αυτού του αυτοτιτλοφορούμενου ήρωα που έλεγε ότι ήταν ο μεγαλύτερο Γερμανός των αιώνων. Είναι η ιστορία ενός μοχθηρού ανθρώπου. Είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που εξαπέλυσε στον κόσμο τα χειρότερα δεινά και την μεγαλύτερη δυστυχία που είχε ποτέ γνωρίσει.

Ο Αδόλφος Χίτλερ σε παιδική ηλικία

Ο Αδόλφος Χίτλερ σε παιδική ηλικία

Ο μελλοντικός δικτάτορας της Γερμανίας καταγόταν από τραχείς χωρικούς. Και οι δύο πλευρές της οικογένειάς του προέρχονταν από μία περιοχή ονομαζόμενη Βάλντφηρτελ, χώρα των Δασών, της κάτω Αυστρίας. Σ’ αυτή την καθυστερημένη επαρχία με τους λόφους και τα δάση, ζούσε μία σκληρά εργαζόμενη κοινότητα χωρικών. Οι περισσότεροι ήταν φτωχοί, καλλιεργούσαν πατάτες, έκοβαν ξύλα, έκαιγαν κάρβουνα, και προσπαθούσαν να επιζήσουν στην άγονη γη.

Οι κάτοικοι του Βάλντφηρτελ ήταν τραχείς όπως η γη τους. Ήταν αφιλόξενοι, αγέλαστοι και κατσούφηδες, τελείως διαφορετικοί από τους χαρούμενους γείτονές τους που ζούσαν στις όχθες του Δούναβη. Γελούσαν λίγο και δούλευαν πολύ. Αντιμετώπιζαν με καχυποψία τους κατοίκους της Βιέννης που ήταν μόνο πενήντα μίλλια μακριά, και ήταν πολύ δεμένοι μεταξύ τους. Πολλοί από αυτούς έκαναν γάμους μέσα στην κοινότητα.

Ο παππούς του Χίτλερ, ο Γιόχαν Χίντλερ, ήταν ένας περιπλανώμενος χωρικός που πήγαινε από το ένα χωριό στο άλλο, κάνοντας το μυλωνά, αλέθοντας τα σιτηρά που του έφερναν οι άλλοι χωρικοί. Κάποια μέρα συνάντησε μια χωριατοπούλα, την Μαρία Άννα Σικλγκρούμπερ. Το 1837 η Μαρία Άννα γέννησε ένα γιο, τον Άλοϊς. Μετά από πέντε χρόνια, ο Γιόχαν και η Μαρία Άννα παντρέυτηκαν.

Μέχρι τα σαράντα του χρόνια, ο ΆλοΪς, ο πατέρας του Αδόλφου Χίτλερ, είχε το επίθετο της μητέρας του, Σικλγκρούμπερ. Είχε ανατραφεί στο σπίτι του θείου του, του Γιόχαν Νέπομακ Χίντλερ. Το 1876, ο Γιόχαν Νέπομακ έδωσε στον ανιψιό του ένα νόμιμο επίθετο. Ανάγκασε τον ιερέα της ενορίας να σβήσει τον χαρακτηρισμό «νόθος» από τα μητρώα της ενορίας και να προσθέσει μια βεβαίωση υπογραμμένη από μάρτυρες ότι ο αδελφός του, ο Γιόχαν Χίντλερ, ήταν ο πατέρας του Άλοϊς.

Έτσι, δώδεκα χρόνια πριν από την γέννηση του Αδόλφου, ο πατέρας του άρχισε να χρησιμοποιεί το όνομα Χίντλερ. Τι καταπληκτική τύχη για τον μελλοντικό δικτάτορα! Φανταστείτε πλήθη υποτακτικών Γερμανών να ουρλιάζουν «Χάιλ Σικλγκρούμπερ!».

Διαμάχη πατέρα – γιου

Η μητέρα του Αδόλφου Χίτλερ, η Κλάρα Πέλτσλ, ήταν ήσυχη, τίμια εργατική και αξιοπρεπής. Οι φωτογραφίες μας δείχνουν μία σοβαρή, χλωμή γυναίκα με μεγάλα, καθαρά μάτια. Το σπιτικό της άστραφτε από καθαριότητα και προσπαθούσε με κάθε τρόπο να ευχαριστήσει τον άντρα της.

Κλάρα Πέλτσλ. Η μητέρα του Αδόλφου Χίτλερ.

Κλάρα Πέλτσλ. Η μητέρα του Αδόλφου Χίτλερ.

Ο Αδόλφος ήταν το αγαπημένο της παιδί. Ο ίδιος έλεγε αργότερα ότι ήταν «η αγάπη της μαμάς». Την αγαπούσε, όσο ήταν ικανός να αγαπήσει κάποιον άνθρωπο, αλλά την χρησιμοποιούσε για να πετύχει τους σκοπούς του. Δεν δυσκολευόταν να της επιβάλλει τη θέλησή του γιατί και αυτή τον αγαπούσε, παρόλο που, όπως έλεγε, ήταν «νεραϊδοπαρμένος». Του έλεγε πάντα πόσο διαφορετικός ήταν από τα άλλα παιδιά. Παρόλη την αγάπη της, τον έκανε ένα δυστυχισμένο και μνησίκακο παιδί. Κατά κάποιο τρόπο, εκδικιόταν στο πρόσωπο του ολόκληρο τον κόσμο για την δικιά της δυστυχία με τον άντρα της.

Ο πατέρας του Αδόλφου ήταν σκληρός και δύστροπος. Άνθρωπος με τυραννικά ένστικτα ήταν χωρίς αμφιβολία υπεύθυνος για τον κτηνώδη τρόπο που έβλεπε ο Αδόλφος τη ζωή. Ο Άλοϊς διασκέδαζε κάνοντας βόλτες ντυμένος στη στολή του τελωνειακού με τα αστραφτερά κουμπιά και το βελούδινο πηλίκιο με το χρυσό σειρήτι. Το περίστροφο στη ζώνη του του έδινε μια αίσθηση δύναμης. Στα πενήντα έξι του χρόνια αποσύρθηκε παίρνοντας σύνταξη.

Ήταν όμως πολύ νέος για να σταματήσει να εργάζεται. Ο Άλοϊς Χίτλερ δεν ήξερε τι να κάνει. Έφτιαξε μελίσσια, αγόραζε και πουλούσε κτήματα, και έκανε ό,τι μπορούσε για να περάσει την ώρα του. Τον περισσότερο καιρό, όμως, τον ξόδευε στο πανδοχείο του χωριού, μεθοκοπώντας, γκρινιάζοντας και καυχησιολογώντας. Οι σύντροφοι των μεθυσιών του δεν τον πολυσυμπαθούσαν.

Άλοϊς Χίτλερ

Άλοϊς Χίτλερ

Ο Άλοϊς Χίτλερ ήταν απλώς ένας δυστυχισμένος, μοναχικός άνθρωπος. Είχε κάνει τρεις δυστυχισμένους γάμους. Πίστευε ότι θα μπορούσε να πνίξει τις αναμνήσεις του στο αλκοόλ, αλλά δεν φαίνεται να τα κατάφερνε. Ο κόσμος τον κορόιδευε πίσω από την πλάτη του. Πολλές φορές ο νεαρός Χίτλερ ήταν αναγκασμένος να κουβαλάει τον μισομεθυσμένο πατέρα του στο σπίτι.

Αυτός ο πικρόχολος, πεισματάρης και οξύθυμος άντρας ήταν αφεντικό του σπιτιού του. Τα λόγια του ήταν νόμος. Κανένας από τα παιδιά του δεν τολμούσε να αντιμιλήσει. Όλα τα παιδιά, αλλά περισσότερο ο Αδόλφος, δοκίμαζαν το μπαστούνι, τη βέργα, το μαστίγιο και τη ζώνη του πατέρα τους.

Μία συνεχής μάχη μαινόταν ανάμεσα στον γιο και στον πατέρα. Ένας από τους λόγους ήταν πιθανότατα η διαφορά ηλικίας. Όταν ο Αδόλφος ήταν 6, ο πατέρας του ήταν 58 χρόνων. Όταν ο Αδόλφος ήταν 12, ο πατέρας του ήταν 64 χρόνων. Συχνά ο μικρός φοβόταν να μπει στο σπίτι με τη σκέψη ότι θα αντιμετώπιζε την οργή ενός τόσο γέρου άντρα. Ο Άλοϊς τον έβριζε, τον ταπείνωνε και τον παρατηρούσε ξανά και ξανά. Το αγόρι αντιδρούσε βίαια. Ήταν μια μάχη ανάμεσα σε δύο δυνατές, αλύγιστες προσωπικότητες. Οι περισσότεροι καυγάδες γινόταν για το μέλλον του Αδόλφου. Ο Άλοϊς ήθελε να τον κάνει κρατικό υπάλληλο. Στο κάτω – κάτω, αφού αυτή η δουλειά ήταν καλή γι’ αυτόν, ήταν καλή και για τον γιο του. Αλλά ο Αδόλφος δεν ήθελε ούτε να το ακούσει. Μία μέρα είπε στον πατέρα του ότι ήθελε να γίνει καλλιτέχνης.
«Όχι! Όχι! Όχι!», είπε ο πατέρας του. «Ποτέ, όσο είμαι ζωντανός!»

Λίγο αργότερα, ο Αδόλφος ανακάλυψε ένα όπλο που μπορούσε να χρησιμοποιεί εναντίον του πατέρα του. Ο γέρος τον είχε δείρει πολλές φορές. Θα του το πλήρωνε αποτυγχάνοντας στο σχολείο. Θα γινόταν τεμπέλης, άρρωστος, αποτυχημένος. Θα του άξιζε του πατέρα του να έχει ένα γιο που θα έχανε τη χρονιά του.

Η ένταση στις σχέσεις πατέρα και γιου ήταν ένας σημαντικός παράγοντας. Δεν υπάρχει αμφιβολία όταν τα κατοπινά παθιασμένα μίση του Αδόλφλου Χίτλερ ξεκίνησαν, σ’ ένα μεγάλο τους ποσοστό, από την βαθιά εχθρότητα προς τον πατέρα του. Παράλληλα, η βάναυση συμπεριφορά του πατέρα του δημιούργησε στον Αδόλφο την πεποίθηση ότι ο δυνατός έχει πάντα δίκιο.

Εκατομμύρια αθώων θα υπέφεραν και θα πέθαιναν εξαιτίας των δυστυχισμένων παιδικών χρόνων αυτού του πεισματάρικου παιδιού.

Η εκπαίδευση του δικτάτορα

Λίγο πριν κλείσει τα έξι του χρόνια, ο Αδόλφος μπήκε στο δημόσιο σχολείο του χωριού Φίσλχαμ. Δύο χρόνια αργότερα τον έστειλαν στο σχολείο του μοναστηριού στο Λάμπαχ.

Η κυρία Χίτλερ, βαθιά θρησκευόμενη, ήθελε να τον κάνει μοναχό. Ο Αδόλφος όμως είχε άλλες ιδέες. Κάποια μέρα τον έπιασαν να καπνίζει στον κήπο του μοναστηριού και οι μοναχοί εξαγριωμένοι τον απέβαλαν. Αυτό ήταν το τέλος της θρησκευτικής του καριέρας.

Λίγο μετά απ’ αυτό, ο πατέρας του Αδόλφου εγκατέστησε την οικογένειά του στο Λέοντίνγκ, ένα μικρό προάστιο του Λίντς. Κατά τη διάρκεια των πέντε πρώτων χρόνων του στην πόλη, ο Αδόλφος τα πήγαινε καλά στο σχολείο. Οι περισσότεροι βαθμοί του ήταν “εξαιρετικοί”. Και σε αρκετές περιτώσεις διασκέδαζε. Ήταν άτακτο παιδί με ιδιαίτερη προτίμηση στις σκανδαλιές. Μαζί με τους εύθυμους συμμαθητές του αναποδογύριζαν τις σκάφες των νοικοκυρών και τις έριχναν στο ποτάμι.

Ο Αδόλφος μπήκε στις συμμορίες των αγοριών. Οδηγούσε τους “Ινδιάνους” της πόλης του εναντίον των “Παγιδευτών” του διπλανού χωριού. Έφερνε στο σχολείο μαχαίρια και τσεκούρια και τα πουλούσε στους συντρόφους του. Έκανε σχέδια να το σκάσει από το σπίτι του και να γυρίσει τον κόσμο. Πάνω απ’ όλα, ο Αδόλφος διασκέδαζε παίζοντας το “ακολούθα τον αρχηγό” και ήταν πάντα ο αρχηγός.

Μετά το δημοτικό ήρθε το γυμνάσιο. Στην Αυστρία υπήρχαν δύο είδη ανώτερης εκπαίδευσης – το Γκυμνάζιουμ, που έδινε μεγαλύτερο βάρος στις καλές τέχνες, και το Ρεάλσκούλε, που βασιζόταν στις επιστήμες. Ο Αδόλφος ήθελε να πάει στο Γκυμνάζιουμ, αλλά αυτό ήταν το σχολείο των ανωτέρων κοινωνικών τάξεων. Ο πατέρας του ήθελε να τον στείλει στο Ρεάλσκουλε γιατί πίστευε ότι ήταν πιο πρακτικό, πιο κατάλληλο και όχι τόσο “διανοουμενίστικο”. Το Γκυμνάζιουμ, έλεγε, ήταν για γιατρούς, δικηγόρους και καθηγητές.

Ο Αδόλφος πήγε στο Ρεάλσκουλε γιατί έτσι ήθελε ο πατέρας του. Έχασε όμως την πρώτη χρονιά και αναγκάστηκε να ξαναπάει στην ίδια τάξη. Αυτή την εποχή ο νεαρός Αδόλφος μεταμορφώθηκε από ένα έξυπνο και ζωηρό αγόρι σ’ ένα σοβαρό, αμίλητο και κατηφή νεαρό άντρα.

Ο Αδόλφος ήταν 13 χρόνων όταν η σύγκρουσή του με τον πατέρα του πήρε τέλος. Ο Άλοϊς Χίτλερ μιλούσε μ’ ένα φίλο του στο πανδοχείο όταν έπεσε ξαφνικά στο πάτωμα. Το στόμα του γέμισε αίμα. Φώναξαν τον γιατρό, αλλά ήταν αργά. Ο Άλοϊς Χίτλερ είχε πεθάνει από πνευμονικό οίδημα. Τον έθαψαν ντυμένο με την χρυστοστόλιστη στολή του.

Μετά το θάνατο του πατέρα του, ο Αδόλφος έφυγε από το Λιντς και πήγε στο δημόσιο γυμνάσιο του Στέυρ. Ήταν μια σύγχρονη πόλη με πολλές βιομηχανίες ποδηλάτων, αυτοκινήτων και όπλων. Ο καλλιτέχνης Αδόλφος αισθανόταν πολύ καλύτερα εκεί. Του άρεσαν τα κτίρια και ένιωθε ελεύθερος να τα ζωγραφίζει όσο ήθελε. Δεν φοβόταν πια μήπως φάει ξύλο από τον πατέρα του.

Όμως ο Αδόλφος παρέμεινε τεμπέλης στο σχολείο. Στον σχολικό του φάκελο υπάρχουν παρατηρήσεις όπως:
¨Ο Χίτλερ άργησε στο μάθημα”, “ο Χίτλερ αναστάτωσε το μάθημα”, ή “ο Χίτλερ ξέχασε πάλι το τετράδιό του”.

Το αγόρι μελετούσε μόνο όταν του έκανε κέφι. “Μάθαινα μόνο ό,τι με ευχαριστούσε”, έγραφε αργότερα. “Πάνω απ’ όλα, μάθαινα ό,τι θα μου χρησίμευε αργότερα στην καριέρα μου σαν ζωγράφος. Σαμποτάριζα τελείως όσα μαθήματα μου φαίνονταν άχρηστα αναφορικά μ’ αυτό το σκοπό ή που δεν μου άρεσαν. Ο έλεγχος μου αυτής της εποχής, παρουσιάζει ακρότητες”.

Τα μαθήματα που του “άρεσαν” ήταν σχέδιο, γυμναστική και ιστορία. Τα μαθήματα που δεν του άρεσαν ήταν περισσότερα: μαθηματικά, Γερμανικά, χημεία, θρησκευτικά, φυσική και στενογραφία.

Ο Αδόλφος έφυγε από το σχολείο χωρίς να αποφοιτήσει. Ήταν περίπου 16 χρόνων. Αισθάνθηκε τόσο ευτυχισμένος που δεν θα ξαναπήγαινε σχολείο, ώστε για πρώτη φορά στη ζωή του μέθυσε μέχρι αναισθησίας. Από τότε δεν ξανάγγιξε αλκοόλ.

Επί τρία χρόνια ο Αδόλφος δεν έκανε απολύτως τίποτα. Τον περισσότερο καιρό έμενε στο σπίτι. Συχνά τριγύριζε στους δρόμους, καθόταν με τις ώρες στη δημοτική βιβλιοθήκη και διάβαζε Γερμανική ιστορία και μυθολογία. Ήταν πάντοτε η Γερμανία, και όχι η πατρίδα του η Αυστρία, που τον ενδιέφερε περισσότερο.

Σιγά σιγά, έχασε την επαφή με τους συνομιλήκούς του. Απόφευγε όσους ήταν μορφωμένοι γιατί του θύμιζαν τα μισητά χρόνια της σχολικής του ζωής.

Στα κατοπινά του χρόνια, ο Χίτλερ κατηγορούσε τους καθηγητές του και όχι τον εαυτό του, για την έλλειψη ενδιαφέροντος για μάθηση. “Οι περισσότεροι καθηγητές μου”, έλεγε, “δεν ήταν καλά από πνευματικής απόψεως, και αρκετοί τελείωσαν τις μέρες τους σε φρενοκομεία”.

Ένας όμως από τους καθηγητές του ήταν διαφορετικός. Το όνομά του ήταν Δρ. Λέοπολντ Πετς. “Ήταν μια αποφασιστική καμπή της ζωής μου”, είχε πει κάποτε ο Χίτλερ, “το ότι η καλή μου τύχη μου έδωσε αυτόν τον καθηγητή, που έκανε την ιστορία το πιο αγαπημένο μου μάθημα”.

Ο Δρ. Πετς ήταν Πανγερμανιστής. Πίστευε δηλαδή, ότι όλοι οι Γερμανοί, ανεξάρτητα από τον τόπο που ζούσαν, έπρεπε να ενωθούν σε ένα έθνος. Από αυτόν τον άνθρωπο άρχισε και ο νεαρός Χίτλερ να μαθαίνει το νόημα του γερμανικού πατριωτισμού. Έμαθε επίσης, να αντιπαθεί τους κυβερνήτες της πατρίδας του, τους Αψβούργους, γιατί δεν είχαν την αίσθηση του γερμανικού εθνικισμού.

Η αγάπη για την Γερμανία και για οτιδήποτε γερμανικό, έγινε η κινητήρια δύναμη στη ζωή του Αδόλφου Χίτλερ, και μας δίνει ένα κλειδί για να καταλάβουμε μερικές από τις ενέργειές του όταν έγινε δικτάτορας.

Απένταρος καλλιτέχνης στη Βιέννη

Τον Οκτώβριο του 1907, όταν ήταν μόλις 18 χρόνων, ο Αδόλφος Χίτλερ ήρθε στη Βιέννη. Ζώντας με χρήματα που του έστελνε η μητέρα του είχε ελπίδες να γίνει ένας μεγάλος καλλιτέχνης.

Τότε ήταν που δέχθηκε ένα τρομερό χτύπημα. Για να γίνει δεκτός σαν σπουδαστής στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Βιέννης, ο Χίτλερ έπρεπε να υποβάλλει μερικά σχέδιά του. Αν αυτά τα σχέδια γίνονταν δεκτά, τότε θα μπορούσε να πάρει μέρος στις εισιτήριες εξετάσεις. Αλλά τα σχέδιά του απορρίφθηκαν δύο φορές. Χονδροειδή, αδύναμη, χωρίς ζωή, δεν ήταν αρκετά καλά.

Ο Χίτλερ δεν συνήλθε ποτέ απ’ αυτό το χτύπημα στον εγωισμό του. Δεν κατηγόρησε τον εαυτό του αλλά «τους ηλίθιους καθηγητές» που δεν μπόρεσαν να καταλάβουν ποτέ ότι ήταν ένας εξαίρετος καλλιτέχνης.

Στα τέλη Δεκέμβρη του 1908 πέθανε η μητέρα του Χίτλερ. Παρόλο που ήταν άρρωστη πολύ καιρό, ο νεαρός άντρας έτρεξε σπίτι μόνο για την κηδεία της. Ήταν συντετριμμένος. Ο θάνατος της μητέρας του σήμαινε ότι έπρεπε να βρει κάποιο τρόπο για να κερδίζει τη ζωή του. Δεν ήθελε να γίνει εργάτης ούτε να δουλέψει σε κάποιο γραφείο. Ήθελε απλώς να γίνει καλλιτέχνης – και δεν υπήρχαν πια και πολλές πιθανότητες γι’ αυτό.

Τα επόμενα πέντε χρόνια ήταν, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Χίτλερ, τα πιο δυστυχισμένα χρόνια της ζωής του. «Έζησα πέντε χρόνια δυστυχίας και φτώχειας στη Βιέννη», έγραφε. «Πέντε χρόνια που κέρδιζα την ζωή μου πρώτα σαν μαθητευόμενος και μετά σαν άγνωστος ζωγράφος. Τα χρήματα που κέρδιζα δεν έφταναν για να χορτάσουν ούτε καν μια φυσιολογική πείνα. Αυτή η πείνα ήταν ο πιστός μου σύντροφος.
Δεν με άφησε ούτε λεπτό. Κάθε βιβλίο που αγόραζα, κάθε επίσκεψη στην όπερα, καθετί που έκανα, ήταν σε βάρος αυτής της πείνας. Η ζωή μου ήταν ένας συνεχής αγώνας μ’ αυτόν τον χωρίς οίκτο φίλο».

Εκείνη την εποχή ο Χίτλερ έφτιαχνε ακουαρέλες πάνω σε ταχυδρομικές κάρτες. Ζωγράφιζε διαφημιστικές αφίσες και πίνακες. Τα περισσότερα έργα του ήταν ψυχρές απόψεις Βιεννέζικων κτιρίων. Του ήταν δύσκολο να ζωγραφίσει ανθρώπινες μορφές ή ακόμα και πρόσωπα.

A001_Colored-House

Ελαιογραφία του Αδόλφου Χίτλερ

Καθημερινά ο Χίτλερ έκανε το γύρο των ζαχαροπλαστείων και των κορνιζοποιών προσπαθώντας να πουλήσει τα σχέδιά του για να ζήσει. Αυτοί που τον γνώριζαν εκείνα τα χρόνια στη Βιέννη, λένε ότι έμοιαζε με κουρελιάρη αλήτη. Δεν ήταν ποτέ ξυρισμένος. Φορούσε ένα βρωμερό μαύρο σκληρό καπέλο και ένα μακρύ παλτό που έφτανε στους αστραγάλους του. Είχε αγοράσει το παλτό του από έναν έμπορο μεταχειρισμένων ρούχων, έναν Ουγγροεβραίο.

Το Νοέμβριο του 1909, ο Χίτλερ αναγκάστηκε να αφήσει το δωμάτιο που νοίκιαζε γιατί δεν είχε άλλα χρήματα. Για ένα διάστημα κοιμόταν σε καφενεία και σε παγκάκια. Ύστερα πήγε σε ένα «υπνωτήριο» όπου οι αλήτες μπορούσαν να κοιμηθούν πληρώνοντας λίγες δεκάρες. Καθημερινά στεκόταν στην ουρά για να φάει λίγη σούπα σε συσσίτιο. Έκανε διάφορες περίεργες δουλειές. Αρκετές φορές φτυάριζε χιόνι από τις γέφυρες, κουβαλούσε βαλίτσες στους σιδηροδρομικούς σταθμούς ή τίναζε χαλιά.

Σχέδιο του Αδόλφου Χίτλερ

Σχέδιο του Αδόλφου Χίτλερ

Γενικά, όμως, ο Αδόλφος απέφευγε την σκληρή χειρωνακτική εργασία. Είχε πείσει τον εαυτό του ότι ήταν ασθενικός και λεπτεπίλεπτος και δεν έπρεπε να κουράζεται. Πολύ περισσότερο, πίστευε ότι αν συνήθιζε στην χειρωνακτική εργασία, δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο.

Αντίθετα από τους άλλους αλήτες, ο Χίτλερ δεν κάπνιζε ποτέ γιατί είχε προβλήματα με τους πνεύμονές του. Δεν έπινε ποτέ αλκοόλ, ίσως σαν αντίδραση προς τον πατέρα του που έπινε πολύ. Ούτε είχε σχέσεις με γυναίκες. Φτωχός και άπλυτος, ήταν σίγουρα απωθητικός.

Ο Χίτλερ μισούσε τη Βιέννη. Έφτασε όμως εκεί παιδί και έγινε άντρας.
«Την περίοδο εκείνη σχηματίστηκε μέσα του μια εικόνα του κόσμου και μια φιλοσοφία που έγιναν οι γρανιτένιες βάσεις όλων των πράξεών μου».
Ο Χίτλερ έμαθε να μισεί τη Βιέννη.
Ο Χίτλερ έμαθε πρώτα να μισεί τους σοσιαλιστές, αυτούς που ήθελαν μια κοινωνία διοικούμενη από την εργατική τάξη. Μελέτησε τον Καρλ Μαρξ, τον πατέρα του σοσιαλισμού, αλλά απέρριψε βίαια τις απόψεις του. Αποφάσισε ότι ο μόνος τρόπος μεταχείρισης των σοσιαλιστών ήταν να τους ανταποδίδεις τα χτυπήματα με την ίδια ή με μεγαλύτερη δύναμη. Αν οι εργάτες χρησιμοποιούσαν τρομοκρατία στα εργαστήρια, στα εργοστάσια, στις συνελεύσεις και στους δρόμους, πίστευε ότι θα έπρεπε να χτυπηθούν από μια εξίσου βίαιη τρομοκρατία.

Έπειτα, ο Χίτλερ έμαθε να μισεί τους Εβραίους. Στα νιάτα του δεν είχε ακούσει καν τη λέξη «Εβραίος». Στο Λίντς υπήρχαν ελάχιστοι Εβραίοι. Στη Βιέννη όμως άρχισε να διαβάζει αντι-Εβραϊκά περιοδικά και λογοτεχνία μίσους.
Κάποια μέρα, είδε σε κάποιο δρόμο της Βιέννης έναν Εβραίο με καφτάνι, ένα μακρυμάνικο φόρεμα με ζώνη.
«Ρώτησα τον εαυτό μου, είναι δυνατόν να είναι αυτός ο άνθρωπος Γερμανός;»
Ακολούθησε αυτό που ο Χίτλερ ονομάζει οδυνηρή ψυχική πάλη μεταξύ «συναισθήματος και λογικής». Στο τέλος αποφάσισε ότι ο Εβραίος δεν ήταν Γερμανός, αλλά μια τελείως διαφορετική «φυλή».

Στην Αυστρία οι Εβραίοι είχαν υψηλές θέσεις στο εμπόριο, την ιατρική, τη δικαιοσύνη και τη δημοσιογραφία. Ο Χίτλερ πίστευε ότι αυτό θα κατέστρεφε την Αυστρία. Αποφάσισε ότι οι Μαρξιστές και οι Εβραίοι είχαν ενωθεί σε μια «ιερή συμμαχία» για να καταστρέψουν τον κόσμο.

«Αν οι Εβραίοι κατακτήσουν τον κόσμο με τη βοήθεια των Μαρξιστικών διδασκαλιών», έλεγε, «τότε αυτή η νίκη θα γίνει το νεκρώσιμο στεφάνι της ανθρωπότητας. Αυτό πιστεύω στο όνομα του Παντοδύναμου Δημιουργού. Θα υπερασπίσω τον εαυτό μου από τους Εβραίους. Θα πολεμήσω για το έργο του Κυρίου!»

Από τότε ο Χίτλερ άρχισε να επιτίθεται στους Εβραίους χαρακτηρίζοντάς τους «βρωμερούς αρουραίους», «παράσιτα», «αιματορουφήχτρες». «τυράννους». Κατήυθυνε όλη τη δύναμη του μίσους του στους Εβραίους. Ήταν εύκολο να κατηγορεί κάποιον άλλον για τη δικιά του δυστυχία.

Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Βιέννη, ο Χίτλερ άρχισε να περιφρονεί τη δημοκρατία. Αντιμετώπιζε με καταφρόνηση την οικογένεια των Αψβούργων που κυβερνούσε τους Αυστριακούς, και κορόιδευε το κοινοβούλιο που υποτίθεται ότι εκπροσωπούσε τον λαό. Το αλλόκοτο, βασανισμένο μυαλό του έβρισκε ανακούφιση σε όνειρα για μια μεγάλη ένδοξη Γερμανία. Θα έφτανε η μέρα, έλεγε στον εαυτό του, που οι Γερμανοί θα καταλάμβαναν αυτό το αδύνατο Αυστριακό κράτος.

Σιγά σιγά, ο Χίτλερ άρχισε να πιστεύει ότι αυτός ήταν το όργανο του πεπρωμένου.
η Γερμανία χρειαζόταν καθοδηγητή. Ίσως η μοίρα τον προόριζε να γίνει αυτός ο καθοδηγητής της!
Ο Χίτλερ άρχισε να προκαλεί πολιτικές συζητήσεις στα καφενεία που γύριζε. Μόλις κάποιος ανέφερε ένα πολιτικό θέμα, ο Χίτλερ ήταν έτοιμος να βγάλει λόγο. Αν κανείς του έφερνε αντιρρήσεις, αντιδρούσε βίαια ουρλιάζοντας με όλη τη δύναμη της φωνής του.

Και κάτι παράξενο έγινε. Ο κόσμος άρχισε να προσέχει αυτόν τον ασθενικό, βασανισμένο νεαρό με τα υπνωτικά μάτια.

Ο Χίτλερ έφυγε από τη Βιέννη το Μάιο του 1913. Είχε αποτύχει στη μεγάλη πόλη. Δεν είχε ούτε χρήματα, ούτε οικογένεια, ούτε φίλους. Κανείς δεν τον ήθελε, κανείς δεν τον αγαπούσε. Είχε όμως ανακαλύψει κάτι σχετικά με τον εαυτό του: μπορούσε να κάνει τους άλλους να τον προσέχουν όταν μιλούσε. Τι θα έπρεπε να κάνει τώρα; Θα άφηνε τη χώρα του πατέρα του και θα πήγαινε στη χώρα που αγαπούσε – τη Γερμανία. Πήγε λοιπόν από τη Βιέννη στο Μόναχο – από την Αυστρία, όπου είχε αποτύχει, στη Γερμανία, όπου ίσως να έβρισκε ένα πιο ευτυχισμένο μέλλον.

Στο κάτω κάτω, το Μόναχο ήταν Γερμανική πόλη. Αυτό ήταν καθοριστικό. Στο Μόναχο στεθεροποιήθηκαν οι ιδέες του Χίτλερ. Άρχισε να πιστεύει ότι η Γερμανική κυβέρνηση είχε τελείως λανθασμένη εξωτερική πολιτική. Η τριπλή Συμμαχία – Γερμανία, Αυστροουγγαρία και Ιταλία – δεν θα κρατούσε, έλεγε, και είχε δίκιο. Προειδοποιούσε ότι οι Σλάβοι της Αυστρο-Ουγγαρίας και οι Ιταλοί, θα αποσκιρτούσαν σε περίπτωση πολέμου. Η Γερμανία θα έπρεπε να σπάσει τη συμμαχία, να συμμαχήσει με την Αγγλία και να επιτεθεί στη Ρωσία.

Αλλά και στο Μόναχο ο Χίτλερ ένιωθε απογοητευμένος και πικραμένος. Και εδώ ήταν ένας μοναχικός ξένος σε μια εύθυμη, γεμάτη ζωή πόλη.

Ο καλός στρατιώτης Αδόλφος

Ο Αδόλφος Χίτλερ στα αριστερά με τους συστρατιώτες του στον Α' Παγκόσμιο πόλεμο.

Ο Αδόλφος Χίτλερ στα αριστερά με τους συστρατιώτες του στον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο.

Η έναρξη του Α’ Παγκοσμίου πολέμου άλλαξε τη ζωή του Χίτλερ. Όπως έλεγε αργότερα, «Ο πόλεμος ήρθε σαν λύτρωση από την απελπισία που με βάραινε κατά την διάρκεια της νιότης μου. Συγκλονισμένος από ένα θυελλώδη ενθουσιασμό, έπεσα στα γόνατα και ευχαρίστησα τον ουρανό με την καρδιά ξέχειλη».

Έξι μήνες νωρίτερα ο Χίτλερ είχε πάει σε μία συνοριακή Αυστριακή πόλη για να υποβληθεί στις εξετάσεις για την στρατιωτική θητεία, που ήταν υποχρεωτική για όλους τους αρτιμελείς νέους άντρες. Είχε αργήσει κατά τρία χρόνια και ήταν χαρακτηρισμένος σαν λιποτάκτης. Αλλά τώρα ο γιατρός αποφάνθηκε, «Πολύ αδύναμος. Δεν είναι σε θέση να υπηρετήσει».

Ο Χίτλερ ήταν ενθουσιασμένος. Δεν ήθελε να υπηρετήσει την Αυστρία. Ήθελε να γίνει Γερμανός! Έγραψε στον βασιλιά της Βαυαρίας, ενός από τα μεγαλύτερα κράτη της Νότιας Γερμανίας, και ζήτησε να καταταγεί στον Βαυαρικό στρατό. Τοποθετήθηκε στο 16ο Βαυαρικό Τάγμα Πεζικού, γνωστό και σαν Τάγμα Εθελοντών γιατί το αποτελούσαν εθελοντές φοιτητές.

Μετά από λίγων εβδομάδων εκπαίδευση, ο Χίτλερ στάλθηκε στο μέτωπο. Απέδειξε ότι ήταν ένας γενναίος και ικανός στρατιώτης. Μέχρι το 1916 υπηρέτησε σαν ορντινάτσα του αντισυνταγματάρχη Τύμπεφ του Τάγματος Εθελοντών, και στη συνέχεια σαν αγγελιαφόρος. Μέσα στα τέσσερα χρόνια που υπηρέτησε στο Δυτικό Μέτωπο, πήρε μέρος σε 48 μάχες. Πολλές φορές βρέθηκε στην καρδιά της μάχης. Και κάθε φορά που έτρεχε πάνω στη σκαμμένη γη μεταφέροντας τα μηνύματά του, είχε την καλή τύχη να γλιτώνει από τις βόμβες.

Ο Χίτλερ τραυματίστηκε δύο φορές και παρασημοφορήθηκε αρκετές. Στις 7 Οκτωβρίου του 1916 μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο του Χερμίς με τραύμα στο πόδι. Τον Μάρτιο του επόμενου χρόνου ήταν και πάλι στη μάχη. Πήρε μέρος στις δύο πρώτες μεγάλες Γερμανικές επιθέσεις.

Στις 15 Οκτωβρίου του 1918, μόλις τρεις εβδομάδες πριν από το τέλος του πολέμου, ο Χίτλερ τραυματίστηκε σοβαρά από τοξικά αέρια. Στάλθηκε στα μετόπισθεν και κατέληξε σε ένα στρατιωτικό νοσοκομείο στο Πάσεβαλκ, μία μικρή πόλη κοντά στο Βερολίνο. Εκεί πέρασε αρκετούς μήνες μέσα σε φρικτούς πόνους, γιατί τα μάτια του έκαιγαν σαν αναμμένα κάρβουνα. Στην αρχή, οι γιατροί δεν είχαν πολλές ελπίδες να σώσουν την όρασή του, αλλά σιγά σιγά η κατάστασή του βελτιώθηκε.

Παρασημοφορήθηκε για πρώτη φορά, με τον Σιδηρούν Σταυρό δευτέρας τάξεως, το 1914. Στις 4 Αυγούστου του 1918 τιμήθηκε με τον Σιδηρούν Σταυρό πρώτης τάξεως. Ήταν μια σπάνια τιμή για έναν απλό στρατιώτη του Γερμανικού Αυτοκρατορικού Στρατού.

Ο Χίτλερ πήρε αυτό το παράσημο γιατί, όπως είπαν, αιχμαλώτισε έναν αξιωματικό και δεκαπέντε περίπου στρατιώτες του εχθρού, και τους οδήγησε στο επιτελείο του τάγματός του.

Αν ο Χίτλερ ήταν γενναίος και ικανός στρατιώτης, γιατί δεν προβιβάστηκε πάνω από το βαθμό του υποδεκανέα; Ένας από τους ανώτερους αξιωματικούς του είπε αργότερα, ότι ο Χίτλερ ήταν τόσο καλός αγγελιαφόρος, ώστε κανένας αξιωματικός δεν ήθελε να τον χάσει προάγοντάς τον. Ένας άλλος αξιωματικός είχε διαφορετική γνώμη. Είπε ότι ο Χίτλερ δεν πήρε προαγωγή γιατί ήταν πνευματικά ανισόρροπος.

Όσον καιρό υπηρέτησε στο στρατό, ο Χίτλερ έκανε πολύ λίγους φίλους ανάμεσα στους συστρατιώτες του. Οι περισσότεροι μισούσαν τις πολύωρες στομφώδεις αγορεύσεις του πάνω σε πολιτικά θέματα. «Όλοι μας τον βρίζαμε και δεν μπορούσαμε να τον ανεχτούμε», είπε ένας από αυτούς αργότερα. Ένας άλλος είπε, «Εμείς ζούσαμε από τα στομάχια μας, αυτός από τα νεύρα του».

Αντίθετα από τους περισσότερους συναδέλφους του, ο Χίτλερ απολάμβανε την απάνθρωπη δουλειά του πολέμου. Ποτέ δεν παραπονέθηκε, δεν γκρίνιαξε, δεν μίλησε για τον γυρισμό στη πατρίδα. Μισούσε τον εχθρό και λαχταρούσε να τον νικήσει. Η σφαγή που γινόταν γύρω του δεν τον ενοχλούσε καθόλου. Είναι πολύ πιθανό ότι τα μίση του ερεθίστηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου.

Το πρωί της Κυριακής, 10ης Νοεμβρίου του 1918, ένας ιερέας έφτασε στο νοσοκομείο φέρνοντας σημαντικά νέα. Ο Κάιζερ είχε παραιτηθεί! Η Γερμανία έγινε Δημοκρατία! Ο πόλεμος τελείωσε! Πολλοί από τους τραυματίες αναστέναξαν με ανακούφιση, αλλά όχι και ο μισότυφλος Χίτλερ, που ήταν συντριμμένος. Όπως είπε αργότερα, «Δεν είχα κλάψει από την ημέρα που στάθηκα δίπλα στον τάφο της μητέρας μου. Μου φάνηκε σχεδόν σαν αμαρτία να θρηνήσω όταν τόσοι πολλοί αγαπημένοι σύντροφοι και φίλοι είχαν φύγει από ανάμεσά μας. Είχαν πεθάνει για τη Γερμανία. Και καθώς το τοξικό αέριο άρχισε να κατατρώει τα μάτια μου τις τελευταίες μέρες του πολέμου, και καθώς άρχισα να καταρρέω από τον τρόμο της τύφλωσης – μονάχα για ένα λεπτό όμως – μια φωνή αντήχησε σαν κεραυνός. «Δυστυχισμένε ανόητε, θέλεις να κλάψεις ενώ χιλιάδες άλλοι βρίσκονται σε χειρότερη μοίρα» Όσο περισσότερο προσπαθούσα να καταλάβω τα μεγάλα γεγονότα της ώρας, τόσο η ντροπή έκαιγε το μέτωπό μου. Ακολούθησαν φριχτές μέρες και ακόμα πιο φριχτές νύχτες. Ήξερα ότι όλα είχαν χαθεί. Μόνο οι ανόητοι – οι τρελοί, ή οι εγκληματίες – περίμεναν οίκτο από τον εχθρό. Και εκείνες τις νύχτες μεγάλωσε το μίσος μου για αυτούς που ήταν υπεύθυνοι για το έγκλημα αυτό. Εγώ, όμως, αποφάσισα να ασχοληθώ με την πολιτική.»

Ο Χίτλερ δημιουργεί Ναζιστικό Κόμμα

Το καλοκαίρι του 1919, Ο Χίτλερ έγινε το έβδομο μέλος μιας μικρής ομάδας ανήσυχων νεαρών που ονομαζόταν Γερμανικό Εργατικό Κόμμα. Το κόμμα δεν είχε ούτε πρόγραμμα, ούτε σχέδιο δράσης. Ήταν απλώς «κατά» της κυβέρνησης. Το ταμείο του περιείχε μόνο εφτάμισι μάρκα.

Ο Χίτλερ δεν άργησε να γίνει ο αρχηγός του κόμματος. Ήταν η ίδια ιστορία του Λίντς – αυτός, ο Αδόλφος, ήταν φυσικός αρχηγός της παρέας. Η ομάδα συνεδρίαζε στην πίσω αίθουσα ενός καφενείου στον Μόναχο. Εδώ ο Χίτλερ ανακάλυψε για άλλη μια φορά ότι είχε ταλέντο σαν ομιλητής.

«Μπορούσα να μιλάω!», έγραψε αργότερα, «Μετά από τριάντα λεπτά οι άνθρωποι μέσα στο δωματιάκι είχαν ηλεκτριστεί».

Από τότε ο Χίτλερ δεν έχανε την ευκαιρία να απευθύνεται στον κόσμο όπου μπορούσε να τον βρει. Έμοιαζε μεθυσμένος από την ίδια του τη φωνή. Του άρεσε να καταγγέλει τη Συνθήκη των Βερσαλλιών – τη συνθήκη ειρήνης που υπογράφτηκε μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, την οποία θεωρούσε υπεύθυνη για όλα τα βάσανα της Γερμανίας. Εκμεταλλευόταν τα συναισθήματα των ακροατών του μέχρι που, όπως έλεγε ο ίδιος, «είχα μπροστά μου μια ορμητική μάζα γεμάτη ιερή, ασυγκράτητη οργή«.

Μέσα σε δύο χρόνια είχε αναπτύξει το μικρό του κόμμα. Άλλαξε το όνομά του. Ήταν τώρα το Εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό Κόμμα, ή το N.S.D.A.P., από τα γερμανικά αρχικά του. Η λέξη Ναζί προήλθε από τις δυο πρώτες λέξεις του Γερμανικού ονόματος – Νάτσιοναλ ΣοΤΣΙαλιστ.

Δυσαρεστημένοι άνθρωποι κάθε είδους πύκνωναν τις γραμμές του νέου κόμματος. Ήταν βετεράνοι του πολέμου, φτωχοί φοιτητές, μοναρχικοί που ήθελαν την παλινόρθωση της αυτοκρατορίας των Χοεντσόλερν, εργατικοί μαγαζάτορες, δυστυχισμένοι εργάτες, φοβισμένοι επιχειρηματίες, αντισημίτες, αντικαθολικιστές, αντιφιλελεύθεροι, αντισοσιαλιστές και αντικομμουνιστές. Όλοι τους ακολουθούσαν τον Χίτλερ γιατί τους έδινε ελπίδες, υποσχόμενος μια καλύτερη ζωή.

Στις 25 Φεβρουαρίου του 1920, ο Χίτλερ ανήγγειλε ένα πρόγραμμα 25 σημείων. Ήταν φτιαγμένο έξυπνα για να ταιριάζει σχεδόν στον καθένα.

  1. Απαιτούμε την ένωση όλων των Γερμανών σε μια Μεγάλη Γερμανία.
  2. Απαιτούμε την κατάργηση της Συνθήκης των Βερσαλλιών.
  3. Απαιτούμε αποικίες για την εγκατάσταση του πλεονάζοντος πληθυσμού.
  4. Μόνο όσοι έχουν Γερμανικό αίμα μπορούν να είναι πολίτες. Κανένας Εβραίος, συνεπώς, δεν μπορεί να είναι μέλος του έθνους.
  5. Όποιος δεν είναι πολίτης μπορεί να ζει στη Γερμανία μόνο σαν φιλοξενούμενος.
  6. Μόνο οι πολίτες έχουν δικαίωμα ψήφου.
  7. Το πρώτο καθήκον του κράτους είναι να προωθεί την ευημερία των πολιτών του. Εάν δεν μπορεί να θρέψει όλο το λαό, τότε θα εξαιρεθούν όσοι δεν είναι πολίτες.
  8. Όσοι ξένοι ήρθαν στη Γερμανία μετά τις 2 Αυγούστου του 1914, θα απελαθούν αμέσως.
  9. Όλοι οι πολίτες του κράτους θα έχουν τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις.
  10. Το πρώτο καθήκον κάθε πολίτη είναι να εργάζεται για το κοινό καλό.
  11. Απαιτούμε την κατάργηση κάθε εισοδήματος που δεν προέρχεται από εργασία. (Αυτό σήμαινε, π.χ., κάθε τόκο από καταθέσεις).
  12. Απαιτούμε να δίνονται στο κράτος όλα τα κέρδη των πολέμων.
  13. Απαιτούμε την κρατικοποίηση όλων των μεγάλων επιχειρήσεων, όπως τα μεγάλα τραστ.
  14. Απαιτούμε μοίρασμα των κερδών στις μεγάλες εταιρείες.
  15. Απαιτούμε συντάξεις για τους ηλικιωμένους.
  16. Απαιτούμε τη δημιουργία μιας υγιούς μεσαίας τάξης.
  17. Απαιτούμε αναδασμό της γης.
  18. Απαιτούμε έναν ασίγαστο αγώνα ενάντια στους κερδοσκόπους, που πρέπει να τιμωρούνται με θάνατο.
  19. Απαιτούμε την αντικατάσταση του Ρωμαϊκού Δικαίου με το Γερμανικό Δίκαιο.
  20. Απαιτούμε την αναμόρφωση ολόκληρου του εκπαιδευτικού μας συστήματος.
  21. Το κράτος θα πρέπει να προωθεί τη βελτίωση της δημόσιας υγείας προστατεύοντας τις μητέρες και υποστηρίζοντας την εκπαίδευση των νέων σε ζητήματα υγιεινής.
  22. Απαιτούμε την δημιουργία εθνικού στρατού.
  23. Απαιτούμε να σταματήσουν τα ψέματα του τύπου.
  24. Απαιτούμε ελευθερία θρησκευτική, στο βαθμό που η οποιαδήποτε θρησκεία δεν θίγει το Κράτος.
  25. Για να πραγματοποιηθούν όλα αυτά, ζητάμε τη δημιουργία μιας δυναμικής κεντρικής εξουσίας στο Ράιχ. Οι αρχηγοί του κόμματος υπόσχονται ότι θα αγωνιστούν μέχρι θανάτου για αυτό το πρόγραμμα.

Λίγους μήνες αργότερα οι αρχηγοί του Ναζιστικού κόμματος δήλωσαν ότι, «Αυτό το πρόγραμμα δεν θα αλλάξει ποτέ«.

Με το πρόγραμμά του έτοιμο, ο Χίτλερ άρχισε να οργανώνει τους οπαδούς του. Έφτιαξε τη σημαία του κόμματος. Έχοντας πολλές χρηματικές προσφορές, αγόρασε και μια εφημερίδα για το κόμμα – την Φόλκισερ Μπέομπαχτερ ή τον Παρατηρητή του Λαού.

Αυτό που χρειαζόταν πάνω απ’ όλα ο Χίτλερ ήταν μια γυμνασμένη πολιτοφυλακή για να φρουρεί τις συγκεντρώσεις του. Έπρεπε να έχει ομάδες περιφρούρησης για να διώχνουν όσους τον διέκοπταν. Ήθελε ικανούς μαχητές για τις συμπλοκές με τους εχθρούς του.

Για το σκοπό αυτό οργάνωσε τα Φαιά Πουκάμισα, που ονομάστηκαν S.A. από το Στουρμαπταϊμουγκ, ή απόσπασμα εφόδου. Διόρισε τον λοχαγό Έρνστ Ρομ, έναν από τους καλύτερους φίλους του, σαν αρχηγό αυτών των νταήδων του πεζοδρομίου.

Το δεύτερο σώμα, που ονομάστηκε S.S. από το Σούτσταφελυ, ή σώματα αμύνης, ήταν μια μικρή, πειθαρχημένη προσωπική σωματοφυλακή του ίδιου του Χίτλερ. Αυτοί οι ονομαζόμενοι «αριστοκράτες στρατιώτες» φορούσαν μαύρα πουκάμισα, ένα κρανίο σαν σήμα και κρατούσαν στιλέτα. Είχαν ορκιστεί να πολεμήσουν ως το θάνατο για τον Χίτλερ.

Ο Χίτλερ έδωσε μια καλή παράσταση στους οπαδούς του. Διάλεξε το κόκκινο σαν το βασικό χρώμα της σημαίας του κόμματος, θέλοντας από μια μεριά να ενοχλήσει τους Σοσιαλιστές και τους Κομμουνιστές χρησιμοποιώντας το αγαπημένο τους χρώμα.

Έβαλε μια μαύρη σβάστικα (αγκυλωτό σταυρό) σ’ έναν άσπρο κύκλο, ζωντανεύοντας έτσι τα παλιά χρώματα της Αυτοκρατορίας -μαύρο, άσπρο και κόκκινο. Το κόκκινο φόντο σήμαινε αντικαπιταλισμό. Ο άσπρος κύκλος σήμαινε εθνικισμό και ο μαύρος αγκυλωτός σταυρός, ή σβάστικα, σήμαινε την ανωτερότητα της «Αρείας φυλής».

Ο Χίτλερ έντυσε τους Ναζί του με εντυπωσιακές στολές. Τους έδωσε δεκάδες παράσημα, σήματα και μετάλλια. Γνωρίζοντας ότι τους άρεσαν οι παρελάσεις, τους έβαλε να παρελαύνουν και να γυμνάζονται νύχτα μέρα. Το επίσημο Ναζιστικό τραγούδι, ο ύμνος τους, γράφτηκε από ένα νεαρό νταή των δρόμων, με πολύ άσχημη φήμη, τον Χορστ Βέσελ, που πέθανε βίαια και που ο Χίτλερ τον έκανε εθνικό ήρωα. Αυτό είναι απόσπασμα από τον Ύμνο του Χορστ Βέσελ:

Κρατήστε ψηλά τη σημαία! Πυκνώστε τις γραμμές!
Τα ΕΣ-Α προχωρούν με άφοβο βηματισμό. Οι σύντροφοί μας
που σκοτώθηκαν από το κόκκινο Μέτωπο και την Αντίδραση
είναι στο χώμα.
Αλλά προχωρούν σαν ίσκιοι στο πλευρό μας.
Ανοίξτε δρόμο! Ανοίξτε τώρα δρόμο για τα Φαιά Τάγματα!
Ανοίξτε όλους τους δρόμους της χώρας για τα Τάγματα Εφόδου.
Η σβάστικα δίνει ελπίδα στα εκστατικά εκατομμύρια του λαού.
Η μέρα της ελευθερίας και του ψωμιού φτάνει.

Ένα άλλο τραγούδι που προτιμούσαν οι Ναζί ήταν το Ντόυτσλαντ Ερβάχε, ή Ξύπνα Γερμανία:

ΞΥΠΝΑ ΓΕΡΜΑΝΙΑ!
Έφοδος, έφοδος, έφοδος, έφοδος!
Από πύργο σε πύργο χτυπήστε τις καμπάνες του συναγερμού.
Χτυπήστε δυνατά! Οι σπίθες πετάγονται απ’ του σφυριού τα χτυπήματα.
Ήρθε ο Ιούδας να καταλάβει το Ράιχ.
Χτυπήστε δυνατά! Τα ματωμένα σχοινιά κρέμονται κόκκινα.
Γύρω από τον νεκρό μας ήρωα μάρτυρα.
Χτυπήστε δυνατά! – για να μάθει η τρεμάμενη γη
Την σωτήρια οργή για την τιμή.
Στα όνειρα του λαού χτυπά η δυστυχία.
Γερμανία ξύπνα! Ξύπνα!

Και το παρακάτω τραγούδι αντηχούσε στις θανάσιμες οδομαχίες με τους κομμουνιστές.

Πολτοποιήστε την κόκκινη γενιά!
Τα τάγματα Εφόδου προχωρούν – ανοίξτε δρόμο!

Υπήρχαν επίσης τραγούδια για το «Εβραϊκό αίμα που ξεπηδά κάτω απ’ το μαχαίρι». Οι Ναζί ούρλιαζαν τα συνθήματά τους σ’ όλη τη Γερμανία:

ΓΕΡΜΑΝΙΑ ΞΥΠΝΑ!
ΟΙ ΕΒΡΑΙΟΙ ΕΙΝΑΙ Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΜΑΣ!
ΚΑΤΩ ΟΙ ΚΑΘΟΛΙΚΟΙ!
ΖΗΤΩ Ο ΕΝΔΟΞΟΣ ΜΑΣ ΦΥΡΕΡ!
ΣΗΜΕΡΑ Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ, ΑΥΡΙΟ Ο ΚΟΣΜΟΣ!

Το κίνημα της Μπυραρίας 8 Νοεμβρίου 1923

Το Μπούργκερμπρόυ Κέλλερ ήταν μια από τις μεγαλύτερες μπυραρίες του Μονάχου. Χιλιάδες διψασμένοι Γερμανοί μαζεύονταν εδώ τα απογεύματα για να πιουν μπύρα από πέτρινες κούπες και να τραγουδήσουν διεγερτικά τραγούδια του μεθυσιού. Στις αίθουσες αυτές πραγματοποιούνταν και μεγάλες πολιτικές συγκεντρώσεις.

Το απόγευμα της 8ης Νοεμβρίου του 1923, τρεις χιλιάδες περίπου άτομα είχαν συγκεντρωθεί στο Μπούργκερμπρόυ Κέλλερ για να ακούσουν τον λόγο του Γκούσταβ φον Καρ, του Κρατικού Επίτροπου της Βαυαρίας. Οι άλλοι δύο κυβερνήτες ήταν ο στρατηγός Όττο φον Λόσοβ, επικεφαλής των Γερμανικών ενόπλων δυνάμεων στη Βαυαρία, και ο συνταγματάρχης Χανς φον Σάισερ, αρχηγός της μυστικής αστυνομίας της Βαυαρίας. Μέσα στο ακροατήριο εκείνης της νύχτας ήταν τα πιο σημαντικά ηγετικά στελέχη της Βαυαρικής κοινωνίας – της κυβέρνησης, του στρατού, της οικονομικής ζωής – ολόκληρη η κρατική εξουσία της Βαυαρίας.

Όλος αυτός ο κόσμος δεν ήξερε ότι εκείνη η βραδιά θα ήταν τόσο δραματική. Δεν ήξεραν ότι ο Αδόλφος Χίτλερ, αρχηγός των Ναζί, θα προσπαθούσε να θέσει υπό τον έλεγχό του τη Βαυαρική κυβέρνηση με ένα χτύπημα, με αυτό που οι Γερμανοί ονομάζουν πουτς, μια μικρή ανταρσία ή λαϊκή εξέγερση.

Οι Ναζί είχαν οργανώσει καλά την επίθεση. Μέσα στο σκοτάδι, τα εξακόσια μέλη των ταγμάτων εφόδου περικύκλωσαν την μπυραρία. Ένα πολυβόλο στήθηκε με την κάνη στραμμένη προς την έξοδο της μπυραρίας. Κάποιος έκλεισε την πόρτα της από μέσα.

Ο φον Καρ είχε ήδη μιλήσει μισή ώρα και οι περισσότεροι ακροατές κουνούσαν νυσταγμένα τα κεφάλια τους. Ήταν μια πολύ βαρετή βραδιά.

Και ξαφνικά η μπροστινή πόρτα άνοιξε, και παρουσιάστηκε ένας έξαλλος ανθρωπάκος με μία πολύ παράξενη συλλογή ακολούθων. Ήταν ο Αδόλφος Χίτλερ περιστοιχισμένος από τους στενούς του συνεργάτες, ανάμεσά τους ο Χέρμαν Γκαίρινγκ, ο Άλφρεντ Ρόζεμπεργκ, ο Ρούντολφ Ες, ο Ούλριχ Γκράφ, και ένας τεράστιος, αθλητικός χασάπης και παλαιστής που ακολουθούσε τον Χίτλερ σαν σκυλάκι.

Ο Χίτλερ σε έξαλλη κατάσταση, πήδηξε πάνω σε μία καρέκλα, πυροβόλησε στο ταβάνι και μέσα στην ξαφνική ησυχία, προχώρησε προς το βήμα. Έσπρωξε στο πλάι τον κατάπληκτο φον Καρ, και με μάτια που άστραφταν φώναξε με όλη τη δύναμη της φωνής του: «Η Εθνική επανάσταση ξέσπασε! Η αίθουσα είναι κυκλωμένη από εξακόσιους ένοπλους άντρες. Κανένας δεν επιτρέπεται να φύγει. Η Βαυαρική κυβέρνηση και η κυβέρνηση του Βερολίνου καταργήθηκαν. Μια νέα κυβέρνηση θα σχηματιστεί αμέσως. Οι στρατώνες της Ράιχσβερ (του εθνικού στρατού) και της Αστυνομίας έχουν καταληφθεί. Και τα δύο σώματα προσχώρησαν στη σβάστικα!»

Οι τελευταίες του φράσεις ήταν ασύστολα ψέματα. Ούτε ο στρατός ούτε η αστυνομία ήταν στο πλευρό του Χίτλερ. Ήταν μια τολμηρή μπλόφα, αλλά έπιασε.

Το Ναζιστικό κόμμα είχε ιδρυθεί μόλις πριν από τρία χρόνια. Είχε μόνο τρεις αντιπροσώπους στο Ράιχσταγκ, τη Γερμανική Βουλή. Και όμως οι Ναζί είχαν οδηγηθεί στην επανάσταση από τον Χίτλερ. Με δυνατή φωνή ο Χίτλερ διέταξε τον φον Καρ, τον φον Λόσοβ και τον φον Σάισερ να τον ακολουθήσουν σε ένα μικρό δωμάτιο. Ζαλισμένοι υπάκουσαν. Εκεί άρχισε να τους μιλάει. Τους είπε ότι σχημάτιζε μια νέα κυβέρνηση μαζί με τον ήρωα του πολέμου στρατηγό Έριχ Λούντεντορφ, παραλείποντας με αβρότητα να προσθέσει ότι ο στρατηγός, εκείνη τουλάχιστον τη στιγμή, δεν είχε ιδέα ότι χρησιμοποιούσαν το όνομά του. Ο Χίτλερ πρόσθεσε τότε ότι αν οι τρεις κυβερνήτες δεν τον ακολουθούσαν, θα τους πυροβολούσε.

Οι τρεις άντρες ήταν εκνευρισμένοι, αλλά είχαν αρχίσει να ξαναβρίσκουν το θάρρος τους. Δεν φοβόντουσαν αυτόν τον γελοίο τυχάρπαστο.

Άρχισαν να τον κατηγορούν έντονα. Τι σκοπό είχε αυτή η διαβολεμένη ανοησία;

Ο Χίτλερ φρένιασε.

Στο μεταξύ, έξω στην αίθουσα, ο Γκαίρινγκ έλεγε στον κόσμο να μείνει ήσυχος και να πιει την μπύρα του. Η κατάσταση θα ξεκαθάριζε σύντομα, είπε. Σκληροτράχηλοι Ναζί, οπλισμένοι με πιστόλια, καραμπίνες και στιλέτα, στέκονταν φρουροί στις πόρτες και τα παράθυρα.

Ο Χίτλερ όρμησε ξανά στην αίθουσα και φώναξε στο πλήθος. «Το αύριο θα βρει μια εθνική κυβέρνηση στη Γερμανία, ή θα μας βρει νεκρούς». Ούρλιαξε ότι οι τρεις Βαυαροί ηγέτες είχαν συμφωνήσει να προσχωρήσουν στην επανάσταση. Και πάλι έλεγε ψέματα. Το ακροατήριο ζητωκραύγασε.

Στρατηγός Έριχ Λούντεντορφ

Στρατηγός Έριχ Λούντεντορφ

Εκείνη την κρίσιμη στιγμή έφτασε ο στρατηγός Λούντεντορφ. Ο Χίτλερ είχε προνοήσει να στείλει να τον καλέσουν γιατί μάντευε ότι ο στρατηγός θα τον υποστήριζε. Πράγματι, ο παλιός βετεράνος έδειχνε βαθιά περιφρόνηση για τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης που είχε δημιουργηθεί το 1919. Ο Λούντεντορφ μισούσε τη δημοκρατία.

Όμως ο στρατηγός ήταν θυμωμένος με τον Χίτλερ γιατί είχε αρχίσει την επανάσταση χωρίς να τον ειδοποιήσει. Τι βλακώδες σχέδιο – να αρχίσει ένα πουτς σε μια μπυραρία! Ήταν όμως πολύ αργά για να κάνουν πίσω. Ο Λούντεντορφ συμφώνησε να συναντήσει τους τρεις Βαυαρούς ηγέτες, που ήταν πια αιχμάλωτοι του Χίτλερ, στο πίσω δωμάτιο.

Φάνηκε να τους πείθει εύκολα.

Όλοι τους γύρισαν στο βήμα. Ο φον Καρ, ο φον Λόσοβ και ο φον Σάισερ μίλησαν σύντομα. Το ίδιο και ο Λούντεντορφ.

Ορκίστηκαν πίστη στη νέα κυβέρνηση.

Λάμποντας από χαρά, ο Χίτλερ είπε στο πλήθος ότι είχε επιτέλους εκπληρώσει «τον όρκο που είχα κάνει πριν από πέντε χρόνια όταν ήμουνα ένας τυφλός ανάπηρος στο στρατιωτικό νοσοκομείο«.

Ένας αυτόπτης μάρτυρας είπε αργότερα ότι ο Χίτλερ βρισκόταν σε μία «παρανοϊκή έξαψη».

Το πλήθος είχε έρθει να ακούσει μια σειρά βαρετούς λόγους. Τώρα έβλεπε την ιστορία να δημιουργείται μπροστά στα μάτια του.

Στην αρχή οι χιλιάδες ακροατές ήταν εχθρικοί προς τον έξαλλο ανθρωπάκο με το μουστάκι. Τώρα χοροπηδούσαν πάνω στα τραπέζια σε μια φρενίτιδα ενθουσιασμού.

Η σκληρή πάλη για την εξουσία συνεχίστηκε όλη τη νύχτα. Ο ένας μετά τον άλλο οι φον Καρ, φον Λόσοβ και φον Σάισερ, κατάφεραν να ξεγλιστρήσουν από την μπυραρία. Όταν τα νέα για το πουτς του Μονάχου έφτασαν στο Βερολίνο, ο στρατηγός Χανς φον Σέεκτ, διοικητής της Ράιχσβερ, δήλωσε ότι αφού το Μόναχο δεν μπορούσε, θα συνέτριβε αυτός ο ίδιος την εξέγερση.

Νωρίς το άλλο πρωί ο Χίτλερ άρχισε να καταλαβαίνει ότι, παρόλες τις προσπάθειές του, είχε αποτύχει. Το ηθικό του ήταν πεσμένο. Ήθελε να σταματήσει. Πρότεινε στον στρατηγό Λούντεντορφ να στείλουν στην ύπαιθρο τους 3000 άντρες των ταγμάτων εφόδου που βρίσκονταν στο Μόναχο, για να αποφύγουν περισσότερες φασαρίες.

Αλλά ο σκληροτράχηλος γέρος στρατηγός δεν ήθελε ούτε να το ακούσει. Υποχώρηση; Όχι, αυτός δεν θα υποχωρούσε! Αυτός θα οδηγούσε τα τάγματα Εφόδου σε προέλαση και θα καταλάμβανε την πόλη.

«Θα μας πυροβολήσουν». είπε ο Χίτλερ.
«Θα προελάσουμε!» ήταν η απάντηση του Λούντεντορφ.
Ο Χίτλερ δεν μπορούσε να πει τίποτα άλλο.
Στο κάτω κάτω, ήταν ένας Γερμανός στρατηγός που μιλούσε σ’ έναν ταπεινό δεκανέα. Στις 11 π.μ. του γκρίζου πρωινού της 9ης Νοεμβρίου, Ναζί των Ταγμάτων Εφόδου, κρατώντας τεράστιες σημαίες με αγκυλωτούς σταυρούς και εμβλήματα του πολέμου, προχώρησαν προς την Μαρίενπλατς στο κέντρο του Μονάχου, παραμερίζοντας τις ομάδες των αστυνομικών που προσπάθησαν να τους εμποδίσουν.

Επικεφαλής των διαδηλωτών ήταν ο Λούντεντορφ, ο Χίτλερ, ο Γκαίρινγκ και ο Γιούλιους Στράιχερ, ένας χοντροκέφαλος αντισημίτης αγκιτάτορας. Ο Χίτλερ κρατούσε πιστόλι. Οι διαδηλωτές τραγουδούσαν Ναζιστικά τραγούδια με όλη τη δύναμη της φωνής τους.

Καθώς η πορεία έφτασε στην Οντεόνπλατς κοντά στο Φέλντερνχάλε, ένα μνημείο προς τιμήν των ηρώων πολέμου της Γερμανικής ιστορίας, βρήκε το δρόμο κλεισμένο από μια ομάδα οπλισμένων αστυνομικών. Για ένα λεπτό οι δυο ομάδες στάθηκαν αντιμέτωπες – εκατό αστυνομική απέναντι σε τρεις χιλιάδες Ναζί.

Ο Χίτλερ φώναξε: «Παραδοθείτε! Παραδοθείτε!» Η απάντηση ήταν ένας καταιγισμός πυρών. Μέσα σ’ ένα λεπτό, δεκαέξι Ναζί και τρεις αστυνομικοί ήταν νεκροί ή ετοιμοθάνατοι πάνω στο δρόμο. Πολλοί άλλοι πληγώθηκαν. Ο Γκαίρινγκ έπεσε τραυματισμένος στο μηρό. Μεταφέρθηκε σε ένα κτίριο όπου ένας Εβραίος τραπεζίτης του έδωσε τις πρώτες βοήθειες.

Ο Χίτλερ, ο αγγελιαφόρος του Α’ Παγκοσμίου πολέμου, έπεσε ενστικτωδώς πρηνηδόν μόλις άκουσε τους πυροβολισμούς. Ήταν αρκετά γρήγορος ώστε να σώσει τη ζωή του, αλλά χτύπησε στον ώμο. Σηκώθηκε αμέσως και μπήκε τρέχοντας σε ένα από τα αυτοκίνητα στο πίσω μέρος της φάλαγγας.

Και τι έκανε ο γκρινιάρης γέρος στρατηγός Λούντεντορφ όταν έπεσαν οι πυροβολισμοί; Σαν άφοβος Ζίγκφριντ, κοιτάζοντας ίσια μπροστά, προχώρησε κατευθείαν πάνω στις γραμμές της Αστυνομίας. Κάποιος φώναξε: «Μην πυροβολείτε, έρχεται η Εξοχότης του ο στρατηγός Λούντεντορφ!»

Ο τίτλος «η εξοχότης του» έχει μαγικά αποτελέσματα στη Γερμανία. Οι αστυνομικοί κατέβασαν με σεβασμό τα όπλα τους και άφησαν τον παλιό στρατηγό να περάσει ανάμεσά τους. Ούτε ένας από τους Ναζί δεν τον ακολούθησε. Τι να συνέβαινε άραγε αν και άλλοι, μαζί με τον Χίτλερ, είχαν μείνει στο πλευρό του Λούντεντορφ;

Η Αστυνομία και οι διαδηλωτές, κλονισμένοι από την αιματοχυσία, σταμάτησαν να πυροβολούν.

Έτσι το πουτς του Χίτλερ κατέληξε σε φιάσκο. Αλλά το κίνημα του Ναζισμού είχε πάρει το βάφτισμα του αίματος στους δρόμους του Μονάχου. Και θα ακολουθούσαν κι άλλα.

Ο Χίτλερ μεταφέρθηκε στο σπίτι ενός οπαδού του στην εξοχή. Εκεί κρύφτηκε για μερικές μέρες, λησμονώντας στα γρήγορα την υπόσχεσή του να σκοτωθεί αν αποτύγχανε η εξέγερση.

Στη φυλακή του Λάντσμπεργκ

Τρεις μέρες μετά την αποτυχία του πουτς της μπυραρίας στο Μόναχο, ο Χίτλερ πιάστηκε, φυλακίστηκε και κατηγορήθηκε για προδοσία. Το αρχηγείο του Ναζιστικού κόμματος παραβιάστηκε, τα βιβλία του πάρθηκαν και το ταμείο κατασχέθηκε. Η Φόλκισερ Μπέομπάχτερ, η Ναζιστική εφημερίδα, έκλεισε. Όσοι από τους αρχηγούς των Ναζί δεν είχαν διαφύγει, φυλακίστηκαν. Στη φυλακή ο Χίτλερ άρχισε απεργία πείνας. Για δώδεκα μέρες αρνήθηκε να φάει οτιδήποτε. Αλλά οι ακόλουθοί του τον έπεισαν, αναστηλώνοντας τον εγωισμό του, λέγοντάς του πόσο μεγαλοφυής ήταν, υποσχόμενοι ότι το κόμμα θα ξαναγεννηθεί. Έτσι ξαναβρήκε την όρεξή του.

Η δίκη άρχισε στις 26 Φεβρουαρίου του 1924 στο Κρίγκσουλε, ένα παλιό κτίριο από κόκκινα τούβλα σε μία σχολή εκπαίδευσης αξιωματικών, στα προάστια του Μονάχου. Στο εδώλιο του κατηγορουμένου ήταν ο Λούντεντορφ, ο Φρικ, ο Ρομ, ο Ες, ο Χίτλερ και άλλοι.

Ο Χίτλερ, υπερασπίζοντας τον εαυτό του, έδωσε μια καταπληκτική παράσταση ρητορικής δεινότητας. Παραδέχτηκε ότι αυτός μόνος του είχε οργανώσει το πουτς. Ομολόγησε ότι ήθελε να ανατρέψει την δημοκρατία. Είπε ότι έκανε αυτό που οι φον Καρ, φον Λόσοβ και φον Σάισερ, οι δικτάτορες της Βαυαρίας, ήθελαν να κάνουν οι ίδιοι.

Στο δικαστήριο ήταν εκατό δημοσιογράφοι από όλες τις ηπείρους. Ο Χίτλερ έπαιρνε όλο και περισσότερο θάρρος και αυτοπεποίθηση καθώς τα λόγια του ταξίδευαν σ’ όλο τον κόσμο. Μέσα στη Γερμανία ο κόσμος άρχισε να τον βλέπει σαν μεγάλο εθνικό ήρωα και πατριώτη που ήθελε μόνο το καλό της Γερμανίας.

«Αυτό είναι το πιστεύω μου», είπε ο Χίτλερ στους δικαστές. «Προτιμώ να κρεμαστώ σε μια κομμουνιστική Γερμανία παρά να χαθώ κάτω από την διακυβέρνηση των γαλλικών σπαθιών».

Το δικαστήριο τον ρώτησε: με ποιο δικαίωμα αυτός, ένας άνθρωπος σχεδόν αμόρφωτος, ήθελε να κυβερνήσει την Γερμανία, παραμερίζοντας όλους τους στρατηγούς, τους προέδρους και τους εξοχότατους; Ο Χίτλερ απάντησε ότι όταν κάποιος ξέρει πώς μπορεί να κάνει κάτι, πρέπει να το κάνει.
«Ένα πουλί πρέπει να κελαϊδήσει γιατί είναι πουλί. Ένας άνθρωπος που γεννήθηκε για να γίνει δικτάτορας έχει το δικαίωμα να προχωρήσει».

Ξέροντας καλά ότι είχε ένα παγκόσμιο ακροατήριο, ο Χίτλερ φώναζε μέσα στο δικαστήριο ότι θα έρθει η ώρα που τα πλήθη που προχωρούν στους δρόμους με τις σημαίες με τον αγκυλωτό σταυρό, θα ενωθούν με αυτούς που θα έπρεπε να τους πυροβολήσουν. «Ο στρατός που φτιάξαμε μεγαλώνει ημέρα με την ημέρα. Κάποια μέρα αυτοί οι άγριοι λόχοι θα γίνουν τάγματα, τα τάγματα θα γίνουν συντάγματα, τα συντάγματα μεραρχίες. Και τότε τα παλιά χρώματα θα σωθούν από το βούρκο».

Ο Χίτλερ τελείωσε την αγόρευσή του σαν να μιλούσε σε μαζική συγκέντρωση: «Γνωρίζω την απόφαση που θα βγάλετε. Αλλά το αιώνιο δικαστήριο της ιστορίας δεν θα μας ρωτήσει: είστε ένοχοι προδοσίας ή όχι; Ακόμα κι αν μας βρείτε χίλιες φορές ένοχους, η θεά του αιώνιου δικαστηρίου της ιστορίας θα γελάσει με το αίτημα του Εισαγγελέα και θα σκίσει την απόφαση αυτού του δικαστηρίου, γιατί αυτή μας θεωρεί αθώους».

Η απόφαση των δικαστών ήταν επιεικής. Παρά τα αιματηρά αποτελέσματα της εξέγερσής του, ο Χίτλερ καταδικάστηκε μόνο σε πέντε χρόνια φυλάκιση.

Ο Λούντεντορφ, ο παλιός και σεβάσμιος στρατηγός απαλλάχτηκε. Ο Ρομ και ο Φρικ, παρόλο που κρίθηκαν ένοχοι, αφέθηκαν ελεύθεροι. Ο Χίτλερ μαζί με τον Ρούντολφ Ες, στάλθηκαν στις φυλακές του Λάντσμπεργκ στον Λεχ. Ήταν περισσότερο σανατόριο παρά φυλακή.

Εκεί ο Χίτλερ έμεινε μόνο οχτώμισι μήνες. Τακτοποιήθηκε σε ένα άνετο κελί και άρχισε να αναλογίζεται τα λάθη του. Τι είχε πάει στραβά; Γιατί το πουτς απέτυχε ενώ όλα φαίνονταν να πηγαίνουν καλά;

Αποφάσισε ότι είχε κάνει δύο γκάφες. Πρώτα, το ότι κινήθηκε νωρίς, χωρίς να έχει αρκετό χρήμα και δύναμη πίσω του. Δεύτερο, το ότι είχε βασίσει τις ελπίδες του για επιτυχία στη συνωμοσία και σε άλλα παράνομα μέσα. Κατάλαβε ότι μια εξέγερση δεν ήταν ο σωστός τρόπος γιατί δεν θα κινούσε την συμπαράσταση των πιο σεβαστών και σημαντικών κύκλων του Γερμανικού λαού.

Για να κερδίσει την Γερμανία πρέπει να χρησιμοποιήσει αποκλειστικά «νόμιμα» μέσα. Αυτό είναι! Αποκλειστικά νόμιμα μέσα! Δεν πρέπει να χρησιμοποιήσει βία για να καταλάβει την εξουσία. Πρέπει να κερδίσει τις ψήφους του λαού. Πρέπει να τους πείσει να τον εκλέξουν για δικτάτορά τους. Πρέπει να αναγκάσει τον Γερμανικό λαό να επιβάλει μια τυραννία στον εαυτό του.

Αυτό ήταν το μάθημα που έμαθε ο Χίτλερ από το άτυχο πουτς της μπυραρίας του Μονάχου. Και πραγματικά, όταν ήρθε στην εξουσία το έκανε με απόλυτα νόμιμο τρόπο, σύμφωνα με το Σύνταγμα της Βαϊμάρης, χωρίς βία ή εξέγερση. Από εκείνο τον καιρό οι Γερμανοί τον φώναζαν «Άντολφ Λεγκαλιτέ», ο «Νόμιμος Αδόλφος».

Για να περάσει τον καιρό του στη φυλακή, ο Χίτλερ αποφάσισε να γράψει ένα βιβλίο που θα χρησίμευε σαν οδηγός στους οπαδούς του. Άρχισε να υπαγορεύει, πρώτα σε διάφορους συγκρατούμενούς του και τέλος στον Ρούντολφ Ες, ένα βιβλίο για τη ζωή και τους αγώνες του. Επειδή του άρεσε να μιλάει ατελείωτα και μπορούσε να μιλάει με τις ώρες, το βιβλίο έφτασε να έχει 800 περίπου σελίδες.

Στην αρχή ο Χίτλερ ήθελε να το ονομάσει: «Τεσσεράμισι Χρόνια Αγώνων ενάντια στο Ψέμα, την Ηλιθιότητα και την Δειλία».

Αυτό μας δίνει μια μικρή ιδέα για την γνώμη που είχε ο Χίτλερ για τους πολλούς εχθρούς του. Ήταν ένας τρανταχτός και απραγματοποίητος τίτλος, και ένας έξυπνος εκδότης αποφάσισε να το ονομάσει «Μάιν Καμπφ», «ο Αγών μου».

Είναι δύσκολο να φανταστούμε χειρότερο βιβλίο – από κάθε άποψη. Στην πρώτη έκδοση, η γλώσσα του ήταν γεμάτη από τις ασυναρτησίες των Βιεννέζων αλητών. Χιλιάδες λέξεις ήταν ανορθόγραφες. Στις επόμενες εκδόσεις η ορθογραφία βελτιώθηκε αλλά το στυλ παρέμεινε γελοίο, γεμάτο μεγαλοστομίες, ιστορικά λάθη και ασύστολα ψέματα. Όποιο νόημα έβγαινε από το βιβλίο ήταν έργο του Ρούντολφ Ες, που ήταν πιο μορφωμένος από τον Αυστριακό σύντροφό του.

Το βασικό νόημα του Μάιν Καμπφ ήταν το εξής: «Σκασμός όλοι. Μόνο εγώ έχω δίκιο. Ακούστε με».

Ήταν ένα βαρετό και ανόητο βιβλίο, που ήταν δύσκολο στο διάβασμα. Αυτή είναι μια χαρακτηριστική πρόταση:

Σε όλους τους καιρούς οι σημαντικές αλλαγές σε αυτόν τον κόσμο βρίσκονταν λιγότερο σε μία επιστημονική γνώση που εμψύχωνε τις μάζες, αλλά μάλλον σε έναν φανατισμό που τις καθυπόταζε και σε μια υστερία που τις κινούσε προς τα μπρος.

Αυτό που προσπαθούσε να πει ο Χίτλερ ήταν: «Οι μάζες του λαού δεν έχουν λογική. Σαν τα ζώα κινούνται από το φανατισμό και την υστερία». Προσπαθούσε να αποδείξει γιατί ήταν αναγκαίο για έναν δικτάτορα να καθοδηγεί τις μάζες με το μαστίγιο. Έτσι, προτού καν ανέβει στην εξουσία, ο Χίτλερ αποκάλυπτε στο Γερμανικό λαό την περιφρόνησή του προς τη δημοκρατία.

Ένας κριτικός αποκάλεσε το Μάιν Καμπφ – τη βίβλο της Ναζιστικής πίστης – «ένα παράξενο συνοθύλευμα από μισοαλήθειες και ανοησίες, συνδυασμένες με μία αλλόκοτη διαίσθηση της ψυχολογίας του πλήθους». Πρόσθεσε: » Είναι βερμπαλιστικό, στομφώδες, βαρετό, κακογραμμένο αλλά ρίχνει φως στον Χίτλερ, τους σκοπούς του, τις μεθόδους του, το χαρακτήρα του».

Παρόλα αυτά, ήταν ένα σημαντικό βιβλίο για την παγκόσμια ιστορία. Ήταν η κριτική του Χίτλερ για την πολιτική της Γερμανίας, ένα εγχειρίδιο πίστης, μια πολιτική διαθήκη. Δεν το άλλαξε ποτέ του. Αυτό ήταν το ιδανικό του για ένα είδος της Γερμανίας, της Ευρώπης και του κόσμου, που ήθελε να δημιουργήσει. Πολύ λίγοι τον πίστεψαν εκείνη την εποχή.

Στην αρχή το Μάιν Καμπφ πούλησε ελάχιστα αντίτυπα. Το μορφωμένο αναγνωστικό κοινό της Γερμανίας το θεωρούσε σαν έργο ενός παλαβού. Αλλά σιγά σιγά, καθώς το κίνημα του Ναζισμού δυνάμωνε, οι πωλήσεις του τεράστιου βιβλίου ανέβαιναν συνεχώς.

Στο τέλος το Μάιν Καμπφ έγινε μπεστ σέλλερ. Έκανε πολλές εκδόσεις στην Γερμανία. Μέχρι το 1939 είχε μεταφραστεί σε 11 γλώσσες και είχε πουλήσει πάνω από 5.200.000 αντίτυπα. Σαν καγκελάριος, ο Χίτλερ διέταξε να αγοράζει από ένα αντίτυπο κάθε νιόπαντρο ζευγάρι. Τα παιδιά στα γενέθλιά τους και οι ηλικιωμένοι στις επετείους τους, έπαιρναν σαν δώρο το βιβλίο.

Εκατομμύρια αγόραζαν το Μάιν Καμπφ αλλά ελάχιστοι το διάβαζαν. Στην τεράστια φυλακή που ήταν η Ναζιστική Γερμανία ήταν συνετό για τον καθένα να έχει ένα αντίτυπο και να το επιδεικνύει.

Από τις πωλήσεις του βιβλίου του ο Χίτλερ έγινε πλούσιος. Κέρδισε 3.000.000$, ενώ τα δικαιώματα από τις ξένες εκδόσεις του είχαν αποφέρει μέχρι το 1939 150.000$. Ποτέ στην ιστορία της λογοτεχνίας, ένα τόσο κακό βιβλίο δεν αγοράστηκε από τόσους πολλούς και δεν διαβάστηκε από τόσους λίγους.

Ο περίεργος θάνατος της Γκέλι Ράουμπαλ

Το 1925, όταν το Ναζιστικό του Κόμμα πάλευε για την εξουσία, ο Χίτλερ ζούσε σε ένα μικρό σπίτι στο Όμπερζαλτσμπεργκ πάνω από το χωριό Μπέρχτεσγκάντεν στα Αυστριακά σύνορα. Εκείνη την εποχή κανόνισε να έρθει και να του κρατάει το νοικοκυριό, η ετεροθαλές αδελφή του Αγγέλα Ράουμπαλ, που είχε μείνει χήρα.

Μαζί με την Φράου Ράουμπαλ ήρθε και η κόρη της, που είχε κι αυτή το όνομα Αγγέλα αλλά την φώναζαν χαϊδευτικά Γκέλι. Η Γκέλι ήταν ένα ζωντανό κορίτσι με πολύ χαρούμενη προσωπικότητα. Με το στεφάνι των όμορφων ξανθών μαλλιών της, ήταν ο τύπος της Άριας ομορφιάς που έψαχνε ο Χίτλερ. Με την Γκέλι, ο μελλοντικός δικτάτορας είχε την μοναδική ερωτική ιστορία της ζωής του. Η ιστορία αυτή τελείωσε τραγικά.

Ο Χίτλερ και η Γκέλι Ράουμπαλ.

Ο Χίτλερ και η Γκέλι Ράουμπαλ.

Στην αρχή ο Χίτλερ έβλεπε το ξανθό κορίτσι σχεδόν σαν παιδί. Την έπαιρνε σε εκδρομές και της έδειχνε τις ομορφιές της Βαυαρικής εξοχής. Αυτή από την πλευρά της δακτυλογραφούσε τα κείμενα του «Θείου Αλφ» και τον βοηθούσε στην πολιτική του δουλειά.

Μερικά χρόνια αργότερα και αφού τα έσοδα του Χίτλερ αυξήθηκαν, μετακόμισε σε ένα μεγάλο πολυτελές διαμέρισμα στην οδό Πριντς Ρεγκέντεν στο Μόναχο. Εκεί έφερε και τις δύο Αγγέλες, την ετεροθαλή αδελφή του και την ανιψιά του. Η Γκέλι ήθελε να κάνει καριέρα σαν τραγουδίστρια και περίμενε να βοηθήσει ο αφοσιωμένος της Θείος Αλφ σ’ αυτή της τη φιλοδοξία.

Γύρω στο 1929 ο κόσμος άρχισε να υποπτεύεται ότι ο Χίτλερ ήταν κάτι παραπάνω από κηδεμόνας της όμορφης ανιψιάς του, ότι ήταν εραστής της. Αλλά η αγάπη για τον Χίτλερ ήταν μονόπλευρη. Σήμαινε ότι η Γκέλι έπρεπε να είναι η αφοσιωμένη του σκλάβα και να μην ρωτάει πολλά. Παρόλο που δεν ήταν παντρεμένοι, της απαγόρευσε να βλέπει άλλους άντρες. Διατήρησε όμως για τον εαυτό του το δικαίωμα να βλέπει όποια γυναίκα ήθελε. Πολλοί καυγάδες έγιναν μεταξύ τους και ήταν πάντοτε η Γκέλι που έπρεπε να υποχωρεί. Αν παραπονιόταν, ο Χίτλερ την έβριζε και την κλείδωνε στο διαμέρισμα.

Μετά από λίγους μήνες, η Γκέλι άρχισε να κουράζεται από τη συμπεριφορά του θείου της. Ήταν πολύ τυραννικός. Σαν κορίτσι με αρκετή ανεξαρτησία, προσπάθησε να γνωρίσει άλλους άντρες. Τέλος, αποφάσισε ότι δεν υπήρχε μέλλον γι’ αυτήν στο Μόναχο. Θα άφηνε το σπίτι του θείου της και θα πήγαινε στη Βιέννη.

Όταν ο Χίτλερ άκουσε τα νέα έγινε έξω φρενών. Η Γκέλι θα έκανε ό,τι της έλεγε. Δεν θα πήγαινε στη Βιέννη, ή οπουδήποτε αλλού, χωρίς την άδειά του.

Μια μέρα, καθώς ο Χίτλερ έμπαινε στο αυτοκίνητό του για να πάει σε κάποια πολιτική συνάντηση, η Γκέλι του φώναξε από ένα παράθυρο του διαμερίσματος, «Δεν θα μ’ αφήσεις λοιπόν να πάω στη Βιέννη;»
«Όχι!» Φώναξε ο Χίτλερ από το αυτοκίνητο. Ήταν τελεσίδικο.

Πολύ λίγα γνωρίζουμε για το τι επακολούθησε. Η Γκέλι πήγε στο σπίτι της μητέρας της στο Μπέρχτεσκάντεν. Εκεί την είδαν να τριγυρίζει στο σπίτι κρατώντας ένα μικρό κουτί με ένα νεκρό καναρίνι.

Το επόμενο πρωί, στις 18 Σεπτεμβρίου 1931, η Γκέλι Ράουμπαλ βρέθηκε νεκρή με μια σφαίρα στην καρδιά. Ήταν μόνο 23 χρονών.

Ο Χίτλερ κατέρρευσε. Έκλαψε πικρά για μέρες. Γονάτισε στον τάφο της Γκέλι. Οι φίλοι του φοβήθηκαν ότι θα αυτοκτονούσε από τύψεις. Κανείς δεν ξέρει πώς και γιατί πέθανε η Γκέλι. Ακούστηκαν διάφορες φήμες. Μερικοί είπαν ότι η Γκέλι αυτοκτόνησε, άλλοι ότι την τρέλανε ο Χίτλερ, ή ότι την σκότωσε για να μην αποκαλύψει στον Τύπο τις σχέσεις τους. Μερικοί υποστήριξαν ακόμα, ότι την δολοφόνησαν οι Ναζί για να μην αποσπάσει μια γυναίκα τον Χίτλερ από την εθνοσωτήρια αποστολή του.

Κανείς δεν ξέρει. Αυτό που είναι σίγουρο είναι ότι ο άντρας που δεν γνώρισε παρά λίγη μόνο αγάπη στη ζωή του, άρχισε να μισεί όλο και περισσότερο.

Ο ΧΙΤΛΕΡ ΤΡΑΒΑΕΙ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ

«Δεν θεωρώ το σημερινό Γερμανικό Ράιχ δημοκρατία, αλλά ένα Μαρξιστικό – Εβραϊκό διεθνές αχούρι».

Με αυτό τον τρόπο περιέγραφε ο Αδόλφος Χίτλερ τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, που εγκαθιδρύθηκε στη Γερμανία το 1919 αμέσως μετά τη λήξη του Α’ Παγκοσμίου πολέμου. Έλεγε ότι αυτή η κυβέρνηση ήταν το παιδί της ήττας, και είχε μόνο περιφρόνηση γι’ αυτή.

Τι ήταν η Δημοκρατία της Βαϊμάρης; Ήταν ένα δημοκρατικό κράτος. Είχε έναν Πρόεδρο που εκλεγόταν για εφτά χρόνια και έναν Καγκελάριο που ήταν επικεφαλής του Υπουργικού Συμβουλίου. Το Γερμανικό κοινοβούλιο αποτελούνταν από δύο σώματα. Το Ράιχσρατ, κάτι σαν τη Γερουσία των ΗΠΑ, και το Ράιχσταγκ, τη Βουλή. Αλλά οι Γερμανοί είχαν εκείνη την εποχή 25 πολιτικά κόμματα. Αυτό σήμαινε ότι κάθε τόσο γίνονταν εκλογές γιατί κανένα κόμμα δεν ήταν αρκετά δυνατό ώστε να πάρει την απόλυτη πλειοψηφία. Καμιά από τις εκλογές δεν μπόρεσε να βγάλει τη χώρα από το αδιέξοδο. Παρόλες τις αδυναμίες της, η Δημοκρατία της Βαϊμάρης ήταν ένα κράτος σύμφωνο με τη Δυτική παράδοση. Επί πολλά χρόνια οι Γερμανοί ήταν υπό την δεσποτική διακυβέρνηση της δυναστείας των Χοεντσόλερν και πολύ λίγη δημοκρατία υπήρχε στην αυτοκρατορία. Τώρα, μετά τον πόλεμο, γινόταν μια προσπάθεια για να αποκτήσει ο Γερμανικός λαός δημοκρατικό τρόπο ζωής και πολίτευμα.

Για τον Χίτλερ, η ιδέα της δημοκρατίας, η πίστη ότι ο λαός θα έπρεπε να αυτοκυβερνάται, ήταν απλώς «παλαβομάρες». Ήταν σίγουρος ότι τους χρειαζόταν ένας καλός, δυνατός αρχηγός – κατά προτίμηση αυτός ο ίδιος. Ο Χίτλερ και οι οπαδοί του δεν ήταν οι μόνοι που περιφρονούσαν την Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Οι κομμουνιστές την μισούσαν το ίδιο. Αλλά οι Ναζί και οι Κομμουνιστές μισούσαν οι μεν τους δε με το ίδιο πάθος. Στη δεκαετία του 1920 οι Ναζί του Χίτλερ προκάλεσαν οδομαχία με τους Κομμουνιστές. Οι δύο αντίπαλες ομάδες χτυπήθηκαν με γροθιές, πιστόλια και ντουφέκια. Πολλοί σκοτώθηκαν και από τις δυο παρατάξεις. Ήταν μια αιματηρή, αποκρουστική σύγκρουση.

Στις βουλευτικές εκλογές του 1928, οι Ναζί κέρδισαν μόνο 12 έδρες, ενώ οι Κομμουνιστές είχαν 54. Δύο όμως χρόνια μετά, στις εκλογές του 1930, ο Χίτλερ κέρδισε μια καταπληκτική νίκη. Η δύναμη του Ναζιστικού Κόμματος ανέβηκε στις 107 έδρες στο Ράιχσταγκ. Οι Κομμουνιστές αντιπρόσωποι αυξήθηκαν στους 77.

Η προπαγανδιστική τακτική του Χίτλερ είχε πετύχει. Είχε πετύχει να κερδίσει την υποστήριξη μιας μάζας ανθρώπων που μέχρι τότε δεν ενδιαφέρονταν να ψηφίσουν.

Δύο ακόμη χρόνια πολιτικής πάλης τον περίμεναν. Τον Ιούλιο του 1932, οι Ναζί κέρδισαν 230 έδρες στο Ράιχσταγκ. Ήταν το ισχυρότερο πολιτικό κόμμα της Γερμανίας, αλλά ο Χίτλερ δεν είχε την απόλυτη πλειοψηφία γιατί υπήρχαν τόσα πολλά κόμματα. Αποφασισμένος να κατακτήσει την εξουσία μόνο με νόμιμο τρόπο, διπλασίασε τις προσπάθειές του για να κερδίσει οπαδούς.

Στις εκλογές του Νοεμβρίου του 1932, ο Χίτλερ οπισθοχώρησε. Οι Ναζί, παρόλο που έμειναν πρώτοι, έχασαν έδαφος. Ο αριθμός των αντιπροσώπων τους στο Ράιχσταγκ έπεσε στους 196. Στο μεταξύ η δύναμη των Κομμουνιστών αυξήθηκε στις 100 έδρες. Αυτό σήμαινε μια θανάσιμη μάχη μεταξύ των δύο κομμάτων, του Φαιού Φασιστικού και του Κόκκινου Κομμουνιστικού. Και οι Ναζί από δεξιά και οι Κομμουνιστές από αριστερά ήθελαν να είναι έτοιμοι να καταλάβουν την εξουσία.

Η απώλεια των εδρών τον Νοέμβριο του 1932 ανησύχησε πολύ τον Χίτλερ. Μήπως περνούσε η στιγμή του; Μήπως ο Γερμανικός λαός τον αποδοκίμαζε;

Και τότε βρήκε βοήθεια από εκεί που δεν την περίμενε.

Εκείνη την εποχή υπήρχαν και άλλοι, εκτός από τους Ναζί και τους Κομμουνιστές, στη Γερμανία που δεν ήθελαν τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Ανάμεσά τους ήταν οι μοναρχικοί, που ήθελαν την παλινόρθωση της δυναστείας των Χόεντσολερν στη Γερμανία, και οι αξιωματικοί του στρατού που ένιωθαν ότι είχαν εκπέσει στο δημοκρατικό πολίτευμα. Ήταν επίσης και οι Γιούνκερς, κτηματίες με μεγάλα κτήματα, και οι βαρώνοι της βαριάς βιομηχανίας και του εμπορίου, που φοβόταν μήπως έρθουν στην εξουσία οι Κομμουνιστές και τους πάρουν την ιδιοκτησία τους.

Όλοι αυτοί άρχισαν να πιστεύουν ότι ο Χίτλερ και οι Ναζί του θα τους ήταν χρήσιμοι. Σίγουρα οι Ναζί ήταν βάναυσοι, δύστροποι, ακόμα και θηριώδεις. Όμως, θα μπορούσαν να γίνουν οι βράχοι που πάνω τους θα έσπαγε το ογκούμενο κύμα της επανάστασης. «Ας τους δώσουμε μια ευκαιρία στην εξουσία», έλεγαν αυτοί οι άνθρωποι. «Αν δεν συμπεριφερθούν καλά, θα τους διώξουμε».

Πολύ σύντομα το χρήμα άρχισε να ρέει από αυτά τα απειλούμενα συμφέροντα προς τον Χίτλερ και τους Ναζί. Οι Γιούνκερς και οι βιομήχανοι πίστευαν ότι θα μπορούσαν να ελέγξουν αυτόν τον περίεργο ηγέτη που, όπως πίστευαν, θα τους βοηθούσε να διατηρήσουν την δύναμή τους πάνω στις μάζες. Δεν τους ανησυχούσε το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα του Χίτλερ. Πίστευαν ότι ήταν μόνο ένα κόλπο για να τον προσέξει ο λαός.

Πολύ λίγο ήξεραν την πραγματική φύση του ανθρώπου που αποφάσισαν να υποστηρίξουν. Είχαν αρπάξει ένα δράκο από την ουρά.

Το 1932 ο Χίτλερ αποφάσισε ότι ήθελε να γίνει ή πρόεδρος ή καγκελάριος της Γερμανίας. Από τη στιγμή που θα καταλάβαινε ένα από τα δύο αξιώματα, θα κυβερνούσε όπως ήθελε τη χώρα.

Στις 10 Απριλίου του ίδιου χρόνου ο Χίτλερ έβαλε υποψηφιότητα για πρόεδρος έχοντας για αντίπαλο τον στρατηγό Πάουλ φον Χίντενμπουργκ, τον μεγάλο Γερμανό ήρωα του Α’ Παγκόσμιου πολέμου. Ο φον Χίντενμπουργκ εξελέγη και πάλι με 19.359.635 ψήφους ενώ ο Χίτλερ με 13.418.051.

Ο Χίτλερ δεν ήξερε να χάνει. Με χαρακτηριστική κακογουστιά επετέθη εναντίον του παλιού Πρώσου πολέμαρχου. «Είναι 85 χρονών», είπε. «Εγώ είμαι 45. Μπορώ να περιμένω».

Αυτό δεν άρεσε ούτε στον Χίντενμπουργκ, ούτε στον Γερμανικό λαό. Όμως οι Γιούνγκερς, οι αξιωματικοί και οι βιομήχανοι, συνέχιζαν να πιστεύουν ότι ο Χίτλερ ήταν ο μόνος που μπορούσε να εξυπηρετήσει καλύτερα τα συμφέροντά τους σε μια ολοένα πιο χαοτική Γερμανία.

Από το 1930 η Γερμανία είχε κυβερνηθεί από μία σειρά Καγκελαρίων με έκτακτες εξουσίες.

Στις 29 Μαΐου 1932, ο μετριοπαθής Καγκελάριος Χάινριχ Μπρύνιγκ εκδιώχθηκε από τον φον Χίντενμπουργκ από το αξίωμά του. Μια σκληρή πολιτική μάχη άρχισε στα παρασκήνια. Τρεις ομάδες συσπειρώθηκαν για να καταλάβουν την εξουσία. Οι Γιούνγκερς από τ’ Ανατολικά, οι Γερμανοί βιομήχανοι από τα Δυτικά και οι αξιωματικοί της Ράιχσβερ, του εθνικού στρατού.

Αυτές οι τρεις ομάδες κατέλαβαν το υπουργικό συμβούλιο. Επικεφαλής τους ήταν πρώτα ο Φραντς φον Πάπεν, ένας πανέξυπνος πολιτικός και ειδικός στις δολοπλοκίες που τον αποκαλούσαν «ο διάβολος με το ημίψηλο», και στη συνέχεια ο στρατηγός Κουρτ φον Σλάιχτερ, ένας στρατιωτικός.

Ο φον Πάπεν και ο φον Σλάιχτερ άρχισαν να μαλώνουν μεταξύ τους. Ο φον Σλάιχτερ ήθελε μια στρατιωτική δικτατορία. Παρόλο που ο πρόεδρος φον Χίντενμπουργκ ήταν πρώην στρατηγός, φοβόταν αυτή τη λύση γιατί πίστευε ότι θα έφερνε εμφύλιο πόλεμο. Έχουμε δει ότι σημαντικοί άνθρωποι από αυτές τις τρεις ομάδες υποστήριζαν ήδη τον Χίτλερ γιατί ήταν θανάσιμος εχθρός των Κομμουνιστών και ήθελε να τους καταστρέψει. Τότε, ο δολοπλόκος φον Πάπεν επισκέφθηκε τον ηλικιωμένο Πρόεδρο φον Χίντενμπουργκ.

Franz von Papen

Franz von Papen

Ο Χίτλερ, είπε ο φον Πάπεν, ήταν σε θέση να σχηματίσει κυβέρνηση, και μπορούσαν να τον εμπιστευθούν. Ήταν, βέβαια, σκληρός, αμόρφωτος, φωνακλάς. Αλλά είχε πολλούς υποστηρικτές στη Γερμανία και εκατομμύρια Γερμανοί πίστευαν σ’ αυτόν. Ο φον Πάπεν πίστευε ότι ο Χίτλερ θα διόριζε στο υπουργικό του συμβούλιο αρκετούς συντηρητικούς που θα περιόριζαν τους οργισμένους Ναζί. Αν δεν διόριζαν τον Χίτλερ Καγκελάριο, είπε ο φον Πάπεν, υπήρχαν πολλές πιθανότητες να ξεσπάσει εμφύλιος πόλεμος στη χώρα. Ο ηλικιωμένος Πρόεδρος δεν ήξερε τι να κάνει. Δεν έτρεφε καμία εκτίμηση σε αυτόν τον βάναυσο Χίτλερ, αυτόν τον τυχάρπαστο δεκανέα του πολέμου.

Και τότε, δύο άλλες σημαντικές προσωπικότητες ήρθαν να βοηθήσουν τον φον Πάπεν. Και ο Όσκαρ φον Χίντενμπουργκ, ο γιος του Προέδρου, που ανησυχούσε πολύ για το κτήμα του, και ένας πλούσιος τραπεζίτης από την Κολωνία, ο Βαρώνος Κουρτ φον Σρέντερ, είπαν στον Πρόεδρο ότι ο φον Πάπεν είχε δίκιο. Ο Χίτλερ έπρεπε να γίνει Καγκελάριος.

Τελικά, ο ηλικιωμένος Πρόεδρος υποχώρησε, αλλά με μεγάλη απροθυμία. Στις 30 Ιανουαρίου του 1933, ονόμασε τον Χίτλερ Καγκελάριο της Γερμανίας.

Ήταν μια μεγάλη στιγμή για τον ανθρωπάκο που ήταν κάποτε ένας βρώμικος αλήτης στους δρόμους της Βιέννης. Μέχρι αργά μέσα στη νύχτα, οι Ναζί περνούσαν τραγουδώντας και κρατώντας αναμμένους πυρσούς, κάτω από το παράθυρο της Καγκελαρίας για να τον ζητωκραυγάσουν. Ήταν Καγκελάριος της Γερμανίας! Και είχε κρατήσει την υπόσχεσή του. Δεν είχε γίνει ούτε εξέγερση, ούτε επανάσταση. Όλα ήταν σύμφωνα με το νόμο και το σύνταγμα.

Η μεγάλη πλειοψηφία του Γερμανικού λαού δεν το είχε καταλάβει ακόμα, αλλά η Δημοκρατία της Βαϊμάρης είχε αυτοκτονήσει χωρίς να το ξέρει. Οι Γερμανοί προχωρούσαν ταχύτατα στα Σκοτεινά Χρόνια του εικοστού αιώνα.

ΓΙΑΤΙ ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ ΔΕΧΤΗΚΑΝ ΤΟΝ ΧΙΤΛΕΡ

Πώς τα κατάφερε, όμως, ο Αδόλφος Χίτλερ και η συμμορία του των κακοποιών, των πνευματικά απροσάρμοστων και των δολοφόνων, να πάρουν την εξουσία σε ένα μεγάλο και πολιτισμένο κράτος;

Ο Χίτλερ ήταν προϊόν της εποχής του. Μετά την ήττα της Γερμανίας και των Κεντρικών Δυνάμεων στον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο, η πολιτική κατάσταση ήταν χαώδης. Ο Χίτλερ και οι Ναζί του ήταν μια κάποια λύση για ένα λαό δυστυχισμένο από την ήττα, ένα λαό που ποθούσε να ξαναβρεί τον αυτοσεβασμό του, ένα λαό αποφασισμένο να πάρει τη «ρεβάνς».

Η οικονομική κρίση του 1929 έπληξε σκληρά την Γερμανία. Υπήρχαν εκατομμύρια άνεργοι, εκατομμύρια που μόλις και κατάφερναν να ζήσουν από το επίδομα ανεργίας. Ο μέσος Γερμανός δεν ήταν βέβαιος ότι θα κρατούσε τη δουλειά του. Δεν ήξερε για πόσον καιρό θα ήταν σε θέση να εξασφαλίζει τροφή και στέγη για τον εαυτό του και την οικογένειά του. Λαχταρούσε να βάλει ένα τέλος στις άσχημες μέρες με κάποιον «αποφασιστικό» τρόπο.

Και τότε ήρθε ο Χίτλερ. Όλοι του οι λόγοι θα μπορούσαν να συμπυκνωθούν σε μια μόνο απλή συνταγή ελπίδας: «Ελάτε μαζί μου. Θα σας οδηγήσω σ’ ένα ένδοξο μέλλον. Θα λύσω όλα τα προβλήματά σας, αρχίζοντας από την ανεργία».
Ήταν ένα θανάσιμα αποτελεσματικό κάλεσμα. Ο δυστυχισμένος Γερμανός άκουγε, έχανε κάθε λογική και έπεφτε στην παγίδα.

Γιατί οι Γερμανοί δέχτηκαν τον Χίτλερ; Δεν είναι εύκολο να απαντήσουμε. Η εξήγηση βρίσκεται στην ίδια τη φύση του Γερμανικού πολιτισμού. Μέσα στους δύο τελευταίους αιώνες, οι Γερμανοί, όπως και όλοι οι άλλοι λαοί, είχαν δημιουργήσει έναν «εθνικό χαρακτήρα». Αυτός ο χαρακτήρας δημιουργήθηκε μέσα στην οικογένεια και στο σχολείο. Δεν ήταν έμφυτος, και δεν σημαίνει το ίδιο πράγμα με τον «φυλετικό χαρακτήρα». Οι τάσεις που καλλιεργήθηκαν στον Γερμανικό λαό είναι υπακοή, επιμέλεια, αγάπη για την πειθαρχία και την τάξη, σεβασμός προς το Κράτος και όχι προς το άτομο, υποταγή στον «ηγέτη». Γενεές ολόκληρες Γερμανών είχαν διδαχτεί ότι το πιο σημαντικό πράγμα είναι να κάνεις αυτό που διατάζει ο ηγέτης. Αυτό μπορεί να είναι σωστό σε ένα δημοκρατικό καθεστώς, όπου ο ηγέτης, αν αποδειχθεί αδύνατος ή φαύλος, μπορεί να εκδιωχθεί με την ψήφο του λαού. Αλλά στην Γερμανία ο λαός ακολουθούσε ακόμα και διεστραμμένες μεγαλοφυΐες, όπως ο Χίτλερ, μόνο και μόνο επειδή είχαν εκπαιδευτεί να ακολουθούν τον αρχηγό οτιδήποτε κι αν έκανε.

Στην πραγματικότητα οι Γερμανοί είχαν παγιδευτεί μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Στη Δύση οι λαοί δίνουν βάρος στις ιδέες του 18ου αιώνα, του Αιώνα της Λογικής – ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη, δημοκρατία, φιλελευθερισμός, συνταγματικότητα, κοινοβουλευτισμός, ανοχή. Στην Ανατολή οι λαοί έχουν μάθει να δέχονται τον αυταρχισμό, τη δικτατορία, τη λατρεία του Κράτους, την απόλυτη πειθαρχία. Οι Γερμανοί βρίσκονταν στη μέση. Λαχταρούσαν να δεχτούν τα υψηλά ιδανικά της Δύσης, ήταν όμως βαθιά ποτισμένοι με τη σκληρή φιλοσοφία της Ανατολής.

Οι παρακάτω παράγραφοι, γραμμένες από το Βρετανό ιστορικό Α.Τ.Π. Ταίηλορ, βοηθούν στην κατανόηση των λόγων της επιτυχίας του Χίτλερ και των Ναζί του.

«Η ιστορία των Γερμανών είναι μια ιστορία ακροτήτων. Περιέχει τα πάντα εκτός από μετριοπάθεια, και στα τελευταία χίλια χρόνια οι Γερμανοί δοκίμασαν τα πάντα εκτός από το φυσιολογικό. Κυβέρνησαν την Ευρώπη και βρέθηκαν αβοήθητα θύματα της κυριαρχίας των άλλων. Απέκτησαν ελευθερίες που δεν είχαν ξαναφανεί στην Ευρώπη, και έπεσαν θύματα αυταρχικών καθεστώτων που κι αυτά δεν είχαν ξαναφανεί στην Ευρώπη. Γέννησαν τους πιο αθάνατους φιλοσόφους, τους πιο πνευματώδης μουσικούς και τους πιο αδίστακτους και ανήθικους πολιτικούς. Ένας Γερμανός σημαίνει, από τη μια, ένα πλάσμα τόσο ευαίσθητο, τόσο φιλικό, τόσο αγνό ώστε να φαίνεται εξωπραγματικό, από την άλλη, ένα πλάσμα τόσο κτηνώδες, τόσο ανήθικο, τόσο διεστραμμένο, ώστε να μην του αξίζει να ζει. Και οι δύο εικόνες είναι αληθινές και οι δύο τύποι του Γερμανού έχουν συνυπάρξει όχι μόνο την ίδια εποχή, αλλά και στο ίδιο άτομο.»

«Μονάχα ένα φυσιολογικό άτομο, ούτε πολύ καλό, ούτε πολύ κακό, υγιές, λογικό, μετριοπαθές – μόνο ένα τέτοιο άτομο δεν έβαλε ποτέ τη σφραγίδα του στη Γερμανική ιστορία. Παρόλο που γεωγραφικά βρίσκονται στη μέση, οι Γερμανοί δεν βρήκαν ποτέ ένα μέσο τρόπο ζωής, ούτε στη σκέψη τους, ούτε πολύ περισσότερο στην πολιτική τους. Μάταια θα ψάξουμε στις σελίδες της ιστορίας τους για τη μέση οδό, την κοινή λογική – τα δύο προτερήματα που ξεχώρισαν τη Γαλλία και τη Βρετανία. Τίποτα φυσιολογικό δεν υπάρχει στη Γερμανική ιστορία εκτός από βίαιες ταλαντεύσεις».

Υπάρχουν δύο απόψεις πάνω στο ζήτημα της ευθύνης των Γερμανών για τον Χίτλερ και τους Ναζί. Η πρώτη είναι ότι οι Γερμανοί θέλησαν την επιβολή της Ναζιστικής τυραννίας. Όλα έγιναν νόμιμα. Και μετά, λένε, όταν διαπίστωσαν την πραγματική φύση του Ναζισμού, δεν βρήκαν το θάρρος να τον ρίξουν.
Η ίδια άποψη υποστηρίζει ότι, τώρα που οι Γερμανοί συνήλθαν από την τραγωδία του Β’ Παγκόσμιου πολέμου και συγκαταλέγονται ανάμεσα στους πιο πλούσιους λαούς του κόσμου, θέλουν να ξεχάσουν τον Χίτλερ και τους Ναζί. Αλλά δεν μπορούν να ξεφύγουν από τις κατηγορίες. Αυτή η άποψη λέει, ότι πολλοί Γερμανοί υποστήριξαν τον Χίτλερ και πολλοί άλλοι, χωρίς να είναι Ναζιστές, επιδοκίμασαν τη βασική γραμμή της πολιτικής του γιατί πίστευαν ότι θα έφτιαχνε μια δυνατή Γερμανία.

Η δεύτερη άποψη πιστεύει ότι είναι άδικο να κατηγορούμε όλους τους Γερμανούς για τις ακρότητες του καθεστώτος του Χίτλερ. Αυτή η άποψη υποστηρίζει ότι εκατομμύρια «έντιμων Γερμανών» παγιδεύτηκαν από τον Χίτλερ και τους συμμορίτες του, και δεν μπορούσαν να αντιδράσουν. Πάνω απ’ όλα, λέγεται, είναι λάθος να κατηγορούμε τη νέα γενιά των νεαρών Γερμανών για τα λάθη των γονιών τους.

Όπως συνήθως, υπάρχουν στοιχεία αλήθειας και στις δύο απόψεις. Αλλά οι ιστορικοί συμφωνούν στα βασικά σημεία:

  1. Οι Γερμανοί ήταν πολιτικά αδύναμοι και πριν από τον Χίτλερ.
  2. Ο Χίτλερ εκμεταλλεύτηκε τις πεποιθήσεις και τους φόβους ενός απροσανατόλιστου λαού. Ο σκοπός του ήταν να καταστρέψει τον Ευρωπαϊκό πολιτισμό και να φτιάξει μια βαρβαρική αυτοκρατορία.
  3. Οι Γερμανοί τον δέχτηκαν σαν το Μεσσία που περίμεναν.
  4. Αυτό το πολιτικό τέρας έφερε την καταστροφή και στη Γερμανία και στον κόσμο.

Ο εμπρησμός του Ράιχσταγκ

Το Ράιχσταγκ στις φλόγες

Το Ράιχσταγκ στις φλόγες

Ήταν 9 το απόγευμα της 17ης Φεβρουαρίου του 1933, όταν μαθεύτηκε στο Βερολίνο: «Το Ράιχσταγκ καίγεται!» Δεν ήταν φάρσα. Οι φλόγες ξεπηδούσαν από την οροφή του μεγάλου κτιρίου που ψηφίζονταν οι νόμοι της Γερμανίας. Σε λίγο ολόκληρο το κτίριο ήταν ερείπιο. Λίγα λεπτά μετά το συναγερμό, οι σειρήνες ανήγγειλαν την άφιξη του Χίτλερ στον τόπο της καταστροφής. Είχε μάθει για την πυρκαγιά την ώρα που δειπνούσε στο σπίτι του Δρ. Γιόζεφ Γκαίμπελς. Ο Ναζιστής Φύρερ έδωσε μια καλή παράσταση του τρομερού θυμού του. Οι Κομμουνιστές έβαλαν τη φωτιά, ούρλιαζε. Ήταν ένα «Θεϊκό σημάδι». Η Ναζιστική γροθιά θα συνέτριβε αυτούς τους προδότες!

Στο Ράιχσταγκ η Αστυνομία συνέλαβε έναν ύποπτο, έναν καθυστερημένο πνευματικά Ολλανδό αλήτη 24 χρόνων, ονόματι Μαρίνους βαν ντερ Λούμπε, που ήταν κάποτε μέλος μιας κομμουνιστικής Ένωσης στην Ολλανδία. Σύμφωνα με την Αστυνομία, ο βαν ντερ Λούμπε είχε βάλει φωτιά σε 23 διαφορετικά σημεία του Ράιχσταγκ, χρησιμοποιώντας σπίρτα, ρούχα, πετσέτες και κουρτίνες. Είπαν ότι έτρεξε ανάμεσα στις φλόγες, παρόλο που δεν είχε τραυματιστεί καθόλου από τη φωτιά. Ο βαν ντερ Λούμπε δεν αντέδρασε, ούτε προσπάθησε να δραπετεύσει. Την επόμενη μέρα η Αστυνομία συνέλαβε τον Έρνστ Τόργκλερ, επικεφαλής των Κομμουνιστών στο Ράιχσταγκ, τον Γκεόργκι Δημητρώφ, έναν σημαντικό Βούλγαρο Κομμουνιστή και δύο ακόμα Βούλγαρους Κομμουνιστές, τον Βασίλη Τάνεφ και τον Σίμων Ποπώφ.

Πριν ακόμα κρυώσουν οι στάχτες του Ράιχσταγκ, ο Ναζιστικός τύπος, με εντολή του Χίτλερ, άρχισε να φωνάζει ότι οι δολοφόνοι Κομμουνιστές είχαν εμποδιστεί την πιο κρίσιμη στιγμή. Η φωτιά, έλεγε, ήταν το σύνθημα για μια κομμουνιστική τρομοκρατική εκστρατεία.

Ο Χίτλερ ούρλιαζε ότι θα κατέστρεφε τους Κομμουνιστές. Θα κρεμούσε τους ύποπτους αμέσως, χωρίς δίκη, μπροστά από το Ράιχσταγκ, για να δει ο λαός πώς καθάριζαν οι Ναζί αυτά τα «υπάνθρωπα παράσιτα». Αλλά ο υπόλοιπος κόσμος έξω από τη Γερμανία ένιωθε ότι υπήρχε κάτι πολύ περίεργο σ’ αυτή την πυρκαγιά. Από παντού έφταναν αιτήματα για να γίνει η δίκη των δήθεν συνωμοτών. Η κατακραυγή ήταν τόσο μεγάλη που οι Ναζί δεν μπορούσαν να την αγνοήσουν. Αναγκάστηκαν να φέρουν τους κατηγορούμενους στο δικαστήριο.

Ήταν μια παράξενη δίκη. Το επίκεντρο της προσοχής ήταν ο αλλόκοτος Ολλανδός, ο βαν ντερ Λούμπε, που είχε καταρρεύσει τελείως. Καθόταν με το κεφάλι σκυμμένο ώρες ολόκληρες. Τα μάτια του ήταν απλανή – δεν πρόσεχε κανένα από τους γύρω του. Για μέρες ήταν τόσο αποχαυνωμένος που δεν μπορούσε ούτε να σκουπίσει τη μύτη του. Του τη σκούπιζε με χαρτομάντιλο ο δικηγόρος του.

Ο Βούλγαρος Δημητρώφ αποδείχτηκε πολύ δύσκολος μάρτυρας. Μιλώντας με έξαψη και καταλαμβάνοντας εξ εφόδου τους δικαστές, απέδειξε ότι οι εναντίον του κατηγορίες ήταν ψεύτικες. Ήταν φανερό ότι ήταν αθώος, και εκμεταλλεύτηκε τη θέση του στο δικαστήριο, στο επίκεντρο της προσοχής, για να μιλήσει.

Ο Χίτλερ δεν εμφανίστηκε στο δικαστήριο ίσως γιατί πίστευε ότι η όλη υπόθεση ήταν ανάξια για να ασχοληθεί μαζί της. Αλλά όταν ο Δημητρώφ βρέθηκε απέναντι στον Γκαίρινγκ, μια δραματική μονομαχία ακολούθησε.
«Φοβάστε τις ερωτήσεις μου, έτσι δεν είναι κύριε Υπουργέ;» ρώτησε ο Δημητρώφ.
Ο Γκαίρινγκ ξέσπασε: «Δεν σε φοβάμαι απατεώνα! Η θέση σου είναι στα κάτεργα! Περίμενε να δεις τι θα πάθεις όταν φύγεις από την εξουσία αυτού του δικαστηρίου!»

Και κάτι απρόσμενο συνέβη. Οι τέσσερις Κομμουνιστές αθωώθηκαν. Παρόλες τις προσεκτικές προετοιμασίες, η ενοχή τους δεν μπόρεσε να αποδειχτεί. Ο Χίτλερ δεν μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο, και έτσι τους άφησε ελεύθερους.

Μόνο ο παθητικός, σχεδόν ανισόρροπος βαν ντερ Λούμπε, που είχε δηλώσει κατ’ επανάληψη ότι μόνο αυτός είχε ανάψει τη φωτιά, βρέθηκε ένοχος. Καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε με αποκεφαλισμό στην αυλή των φυλακών του Λάιπτσιχ. Η εκτέλεση ήταν δραματική. Μέχρι την τελευταία στιγμή ο βαν ντερ Λούμπε δεν πίστευε ότι ήταν αλήθεια. Θα πρέπει να είχε πάρει σχετικές διαβεβαιώσεις από τους Ναζί. Ίσως να πίστευε ότι η δίκη ήταν μια παράσταση των Ναζί, και ότι θα τον άφηναν ελεύθερο.

Marinus van der Lubbe

Marinus van der Lubbe

Τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα από τρόμο και αγωνία, όταν στο τέλος κατάλαβε ότι επρόκειτο να πεθάνει. Τσίριξε και φώναζε, και χρειάστηκε να τον σύρουν βήμα προς βήμα στο ικρίωμα. Οι κραυγές συνεχίστηκαν μέχρι που έπεσε το τσεκούρι.
Προσπαθούσε να πει κάτι σαν, «Αφήστε με να μιλήσω! Όχι μόνος! Όχι μόνος!»
Σύντομα μαθεύτηκε η πραγματική ιστορία για τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ. Οι ίδιοι οι Ναζί είχαν βάλει τη φωτιά και κατηγόρησαν μετά τους Κομμουνιστές.

Αυτό που συνέβη ήταν το εξής. Ο Χίτλερ βρισκόταν στην εξουσία ένα μήνα και χρειαζόταν μια μεγάλη προπαγανδιστική νίκη για τις εκλογές που θα γίνονταν σε μία εβδομάδα. Ο Δρ. Γκαίμπελς είχε μια υπέροχη Ναζιστική ιδέα. Γιατί να μην κάψουν το Ράιχσταγκ, αυτό το απαίσιο σύμβολο της Γερμανικής Δημοκρατίας, και να ρίξουν μετά την ευθύνη στους εχθρούς του Χίτλερ;

Αυτό και έγινε. Μια ομάδα δέκα μελών των Ταγμάτων Εφόδου μπήκαν στο Ράιχσταγκ από ένα τούνελ που ξεκινούσε από το σπίτι του Γκαίρινγκ. Προετοίμασαν τον εμπρησμό μουσκεύοντας κουρτίνες και κουρέλια σε εύφλεκτα υγρά. Στο μεταξύ, ενθάρρυναν τον πυρομανή βαν ντερ Λούμπε να ανάψει μερικές φωτιές. Έτσι ο βαν ντερ Λούμπε βοήθησε απλώς τους Ναζί, χωρίς να καταλάβει ότι μόνος του δεν θα μπορούσε να προκαλέσει τόσο μεγάλη ζημιά. Ο ίδιος ο Γκαίρινγκ έστειλε την Αστυνομία να τον κυνηγήσει. Ο εμπρησμός του Ράιχσταγκ εξυπηρέτησε τον Χίτλερ. Κατάφερε αυτό ακριβώς που ήθελε – το τέλος της Γερμανικής Δημοκρατίας. Δεν κατέστρεψε απλώς το εντυπωσιακό κτίριο, μετατρέποντάς το σε καπνίζοντα ερείπια, αλλά έδωσε στον Χίτλερ και μια νόμιμη δικαιολογία για να συντρίψει τους αντιπάλους του.

Την επόμενη μέρα ο Χίτλερ κήρυξε τη χώρα σε «κατάσταση ανάγκης». Ανέστειλε τα πολιτικά δικαιώματα του συνέρχεσθαι. Οι ειρηνιστές, οι φιλελεύθεροι, οι δημοκράτες και οι σοσιαλιστές καταστράφηκαν μαζί με τους τοίχους και τα τζάμια του Ράιχσταγκ που έπαθε ζημιές 1.000.000 μάρκων.

Εκατομμύρια Γερμανοί πίστεψαν την κατηγορία ότι ο εμπρησμός ήταν το σύνθημα για μια κομμουνιστική επανάσταση. Στις εκλογές της 5ης Μαρτίου του 1933, οι Ναζί αύξησαν τον αριθμό των αντιπροσώπων τους στο κοινοβούλιο από 196 σε 228, και τις ψήφους τους από 11.737.000 σε 17.277.200. Ήταν μόνο το 42% όλων των ψήφων, αλλά μαζί με το ποσοστό του Εθνικιστικού κόμματος έδωσαν στον Χίτλερ το 52%.

Ο Χίτλερ είχε τώρα τη δύναμη που χρειαζόταν. Η πρώτη πράξη του νέου Ράιχσταγκ ήταν να θάψει το σύνταγμα και τη Βουλή, τον εαυτό του. Με ένα Νόμο Εξουσιοδότησης έδωσαν στον Χίτλερ το δικαίωμα να νομοθετεί.

Έτσι, η Γερμανία της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης πέθανε στις φλόγες, και από τον καπνό της γεννήθηκε το Ναζιστικό Τρίτο Ράιχ.

Η λέξη «Ράιχ» σημαίνει αυτοκρατορία. Το Πρώτο Ράιχ ήταν η Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (800 – 1806). Το Δεύτερο Ράιχ ήταν η Αυτοκρατορία που δημιούργησε ο Όττο φον Βίσμαρκ (1871-1918). Το Τρίτο Ράιχ, είπε ο Χίτλερ, θα ήταν το πιο ένδοξο από όλα, και θα κρατούσε 1.000 χρόνια.

Η αιματηρή εκκαθάριση της 30ης Ιουνίου, 1934

Ο Ερνστ Ρομ ήταν ένας σκληροτράχηλος, γεροδεμένος ανθρωπάκος που είχε τραυματιστεί τρεις φορές στον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο. Μια σφαίρα του είχε κόψει τη μισή μύτη και το μάγουλό του ήταν σημαδεμένο από μια ουλή. Ήταν ένας πλιατσικολόγος, ένας επαγγελματίας στρατιώτης, που επιζητούσε πάντα καυγάδες. «Αφού είμαι κακός άνθρωπος», του άρεσε να λέει, «προτιμώ τον πόλεμο από την ειρήνη».

Ο Ρομ ήταν αυτός που πήρε το Γερμανικό κόμμα, μια μικρή ένωση Γερμανών εργατών, και δημιούργησε το Εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα των Γερμανών Εργατών, που, κάτω από την ηγεσία του Χίτλερ, έγινε Εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα. Δημιούργησε επίσης και τα S.A, τους φαιοχίτωνες που αγωνίστηκαν και κέρδισαν τις οδομαχίες με τους Κομμουνιστές. Χωρίς τον «Φαιό Λαϊκό Στρατό» του Ρομ, ο Χίτλερ δεν θα είχε ανέβει στην εξουσία.

Ο Αδόλφος Χίτλερ και ο Ερνστ Ρομ ήταν αδελφικοί φίλοι για 15 χρόνια. Ο Φύρερ έλεγε στον Ρομ ότι δεν θα ξεχνούσε ποτέ την προσφορά του στο Ναζιστικό κίνημα. «Θα ήθελα να ευχαριστήσω το Θεό», έλεγε ο Χίτλερ, «γιατί μου έδωσε το δικαίωμα να αποκαλώ έναν άνθρωπο σαν και εσένα φίλο και σύντροφο εν όπλοις».

Ο Ρομ ήθελε τα Τάγματα Εφόδου στην Ράιχσβερ, αλλά οι περήφανοι αξιωματικοί του στρατού δεν ήθελαν ούτε να το ακούσουν. Τι; Να κάνουν αυτούς τους απροσάρμοστους αγριάνθρωπους, αυτούς τους κτηνοτρόφους, τους πορτιέρηδες των ξενοδοχείων και τους κλέφτες, αξιωματικούς του ένδοξου Γερμανικού στρατού; Ποτέ!

Ο Ρομ ήθελε πολλά περισσότερα. Δεν του άρεσε η εξέλιξη της κατάστασης. Η Ναζιστική επανάσταση, έλεγε, άρχισε σαν επανάσταση, αλλά επιβραδύνθηκε. «Η πάλη του Εθνικοσοσιαλιαλισμού», είπε ο Ρομ, «ήταν μια Σοσιαλιστική επανάσταση. Ήταν η επανάσταση του εργατικού κινήματος. Αυτοί που έκαναν την επανάσταση αυτή πρέπει να την υπερασπίσουν».

Αυτό που ήθελε να πει ο Ρομ, ήταν ότι: Η επανάσταση του Χίτλερ τραβούσε προς δύο κατευθύνσεις. Το ίδιο το όνομα του κόμματος – Εθνικοσοσιαλιστικό – δημιουργούσε προβλήματα. Ήταν συνδυασμός δύο κινημάτων – του εθνικισμού και του σοσιαλισμού. Η δυσκολία ήταν στο ότι ο Σοσιαλισμός είναι διεθνής. Πώς ήταν δυνατόν να υπάρξει «Εθνικός Διεθνισμός;» Δεν ήταν λογικό. Αλλά πολλά στοιχεία του Ναζισμού δεν ήταν λογικά.

Ο Ρομ, μαζί με άλλους αρχηγούς των Ναζί, όπως ο Γκρέγκορ Στράσερ, πίστευαν ότι ήταν ανάγκη να γίνει μια δεύτερη επανάσταση. Το κόμμα, έλεγαν, πρέπει να προχωρήσει στο δρόμο του σοσιαλισμού. Και μόνο τα S.A. μπορούσαν να πραγματοποιήσουν αυτή τη δεύτερη επανάσταση. Ακόμα και ο Δρ. Γκαίμπελς, ο υπεύθυνος της προπαγάνδας, και ο Χάινριχ Χίμλερ, διοικητής των ειδικών ταγμάτων Ες Ες , έμοιαζαν να συμμερίζονται αυτή την άποψη.

Αλλά ο Χίτλερ γνώριζε ότι η πραγματική δύναμη στη Γερμανία ήταν η Ράιχσβερ, ο τακτικός στρατός, και όχι τα S.A. Ήταν σίγουρος ότι μόνο με τη βοήθεια της Ράιχσβερ θα παρέμενε στην εξουσία, και δεν ήθελε να έρθει σε σύγκρουση με τους αξιωματικούς της.

Ο Χίτλερ προσπάθησε να λογικέψει τον Ρομ. «Ξέχασε την ιδέα της δεύτερης επανάστασης», του είπε. «Έχε μου εμπιστοσύνη. Μη μας δημιουργείς προβλήματα».

Αλλά ο πεισματάρης Ρομ δεν ήθελε να ακούσει. Κανείς, έλεγε, δεν θα κατέστρεφε τον φαιό στρατό του, ούτε ο ίδιος ο Χίτλερ. Ήταν ένας πολύ επικίνδυνος τρόπος αντιμετώπισης ενός ανθρώπου που ήταν έτοιμος να γίνει δικτάτορας της Γερμανίας.

Όσο περισσότερο το σκεφτόταν ο Χίτλερ, τόσο πιο πολύ πίστευε ότι ο Ρομ ήταν επικίνδυνος για το σκοπό των Ναζί. Για να γίνει ο Χίτλερ πραγματικός αρχηγός του Γερμανικού Ράιχ έπρεπε να ξεφορτωθεί τον Ρομ και τους φίλους του. Δεν ήθελαν να λογικευτούν.

Ο Γκαίμπελς και ο Χίμλερ, γνωρίζοντας καλά τη δύναμη και την αποφασιστικότητα του Φύρερ, αποφάσισαν να περάσουν στο δικό του στρατόπεδο. Ποτέ πια δεν θα ζητούσαν μια «δεύτερη επανάσταση». Ποτέ πια δεν θα ονειρεύονταν καν να φέρουν αντίρρηση στον Φύρερ για οποιοδήποτε θέμα. Ένας αποφασιστικός παράγοντας για την μεταστροφή τους αυτή, ήταν πιθανόν, ότι ο Χέρμαν Γκαίρινγκ, ο αρχηγός της Γκεστάπο, της αμείλικτης μυστικής αστυνομίας, ήταν πιστός στον Χίτλερ.

Ο Χίτλερ αποφάσισε ότι δεν θα έπρεπε να δείξει κανέναν οίκτο σ’ αυτούς που τολμούσαν να αντισταθούν στις επιθυμίες του. Πήγε στο Βίζε, στην Άνω Βαυαρία, όπου ο Ρομ έμενε στο Χάνσλμπάουερ, ένα είδος ιδιωτικού ξενοδοχείου. Ο Ρομ ήταν στο κρεβάτι του και κοιμόταν βαθιά. Ο Χίτλερ μπήκε στο δωμάτιο, τον ξύπνησε και τον συνέλαβε.

Μη μπορώντας να το πιστέψει ακόμα, ο Ρομ, ρίχτηκε στη φυλακή. Του έδωσαν ένα όπλο και του είπαν ότι ο Χίτλερ τον διέταξε να αυτοκτονήσει σε δέκα λεπτά.

Ο Ρομ ήταν έκπληκτος. Αρνήθηκε να χρησιμοποιήσει το όπλο. «Ο Αδόλφος θα πρέπει να κάνει μόνος του αυτή τη βρώμικη δουλειά», είπε.

Τα δέκα λεπτά πέρασαν. Η πόρτα του κελιού άνοιξε και ο Ρομ πέθανε μέσα σε έναν καταιγισμό πυροβολισμών.

Στο μεταξύ, ο Γκαίρινγκ είχε συλλάβει 150 ηγετικά στελέχη των S.A. στο Βερολίνο και τα είχε φυλακίσει στην καρβουναποθήκη της Σχολής Ευελπίδων στο Λίχτερφέλντε. Οι περισσότεροι από αυτούς τους μελλοθάνατους άντρες δεν είχαν την παραμικρή ιδέα ότι επρόκειτο να εκτελεστούν με διαταγή του Χίτλερ. Έτσι, πολλοί από αυτούς πέθαναν φωνάζοντας «Χάιλ Χίτλερ».

Ήταν μια φρικιαστική σφαγή. Τα θύματα μεταφέρονταν κατά τετράδες σε έναν τοίχο της αυλής. Εκεί, ένας Ες Ες τους άνοιγε το πουκάμισο και ζωγράφιζε με κάρβουνο ένα μαύρο κύκλο στην αριστερή μεριά του στήθους τους. Αυτό ήταν ο στόχος. Λίγα μέτρα από τον τοίχο ήταν το εκτελεστικό απόσπασμα, οχτώ άντρες με τουφέκια.

Ένας αξιωματικός φώναζε: «Είναι το θέλημα του Φύρερ. Χάιλ Χίτλερ! Πυρ!».

Η σφαγή συνεχίστηκε για πολλές ώρες. Τα εκτελεστικά αποσπάσματα έπρεπε να αλλάζουν κάθε τόσο, γιατί οι άντρες που έπαιρναν μέρος στη σφαγή δεν μπορούσαν να αντέξουν για πολύ την ένταση. Μετά από λίγη ώρα, οι πυροβολισμοί τους δεν έβρισκαν το στόχο και τα θύματα, ζωντανά ακόμα, κείτονταν ουρλιάζοντας και σπαράζοντας στο χώμα. Ένας αξιωματικός τους αποτελείωνε με έναν πυροβολισμό στο κεφάλι.

Κάθε τόσο ένα φορτηγό χασάπικου, έπαιρνε τα πτώματα. Κανείς δεν ξέρει πόσοι δολοφονήθηκαν στην αιματηρή εκκαθάριση της 30ης Ιουνίου του 1934. Δολοφονίες έγιναν και σε πολλές άλλες πόλεις της Γερμανίας, αλλά δεν εκτελέστηκαν στο απόσπασμα όλα τα θύματα.

Μερικοί αρχηγοί των Ναζί που είχαν μείνει πιστοί στον Χίτλερ, εκμεταλλεύτηκαν το χάος για να ξεφορτωθούν τους δικούς τους εχθρούς. Ο Γκαίρινγκ έστειλε έξι δολοφόνους να σκοτώσουν τον πρώην καγκελάριο Κουρτ φον Σλάιχερ. Ο Γκρέγκορ Στράσερ, όπως ο Ρομ, δολοφονήθηκε στο κελί του. Και ο φον Σλάιχερ και ο Γκέγκορ Στράσερ, ήταν ορκισμένοι εχθροί του Γκαίρινγκ.

Εκατοντάδες σκοτώθηκαν σ’ αυτό το λουτρό αίματος. Στο Μόναχο, ο ηλικίας 73 χρόνων Γκούσταβ φον Καρ, που πριν 11 χρόνια είχε συντρίψει το πουτς του Χίτλερ, σύρθηκε βίαια έξω από το σπίτι του. Το κατακρεουργημένο πτώμα του βρέθηκε λίγες μέρες αργότερα σε ένα βάλτο. Ο Χίτλερ, ή κάποιος από τους άντρες του, δεν είχε ξεχάσει.

Έγιναν μερικά τραγικά λάθη. Σκοτώθηκε ο διάσημος μουσικοσυνθέτης Βίλυ Σμιτ, γιατί οι δολοφόνοι τον μπέρδεψαν με κάποιον άλλο Βίλυ Σμιτ που αναζητούσαν!

«Εκείνες τις ώρες», είπε ο Χίτλερ, «ήμουν ο ανώτατος δικαστής του Γερμανικού λαού».

Πάνω σ’ αυτόν τον μακάβριο σωρό από πτώματα πάτησε ο Χίτλερ για να φτάσει στην ανώτατη εξουσία. Μετά το τέλος της σφαγής, ο Χίτλερ ήταν κύριος όχι μόνο του κόμματός του, αλλά και ολόκληρης της Γερμανίας. Κανείς δεν τολμούσε να του αντισταθεί.

«Δεν θα υπάρξει άλλη επανάσταση στη Γερμανία», καυχιόταν ο Χίτλερ.

 

Ένας Δαιμονισμένος

Ποιος ήταν όμως αυτός ο άνθρωπος που άλλαξε την πορεία της ιστορίας;

Ο Χίτλερ δεν ξεχώριζε ποτέ στο πλήθος, μέχρι τη στιγμή που άρχιζε να μιλάει. Είχε μέτριο ύψος, ήταν πλαδαρός, σκυφτός, με ασήμαντα καστανά μαλλιά και γαλάζια μάτια. Υπήρχε κάτι το θηλυπρεπές επάνω του, στον τρόπο που φερόταν και στον τρόπο που περπατούσε. Οι ώμοι του ήταν στενοί και οι γοφοί του φαρδείς. Το πρόσωπό του ήταν χλωμό και φαινόταν άρρωστος. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του Μουσολίνι, ο Χίτλερ χρησιμοποιούσε καμιά φορά κοκκινάδι στα μάγουλά του, για να κρύβει την αρρωστιάρικη χλωμάδα τους. Είχε ένα μικρό μουστάκι και ένα ατίθασο τσουλούφι που έπεφτε πάνω στο μέτωπό του.
Είχε, όμως, μια παράξενη δύναμη στο βλέμμα του, κάποιο είδος υπνωτιστικής δύναμης που γοήτευε εκατομμύρια Γερμανών.
¨Δεν αισθάνεστε την τρομακτική δύναμη της προσωπικότητάς του;¨ ρώτησε ο Υπουργός Εξωτερικών των Ναζί Δρ. Γιόακιμ φον Ρίμπεντροπ ένα γιατρό στη Νυρεμβέργη. ¨Δεν καταλαβαίνετε πώς συνάρπαζε τον κόσμο; Δεν ξέρω αν το καταλαβαίνετε αλλά εμείς το νιώθουμε. Είναι συνταρακτικό!¨ Δεν είναι εύκολο να καταλάβουμε τον Χίτλερ χωρίς τη βοήθεια του ψυχολόγου και του ψυχιάτρου. Ένα γεγονός είναι βέβαιο – ο Χίτλερ δεν ήταν φυσιολογικός. Οι υστερικές του κρίσεις, το συναίσθημα ότι όλοι προσπαθούσαν να τον καταστρέψουν, τα μίση του, οι διαδοχικές περίοδοι χαρά και κατάθλιψης, όλα αυτά είναι συμπτώματα γνωστά στον ψυχίατρο.

Ο Βρετανός ιστορικός Χ.Ρ. Τρέβορ – Ρούπερ, χαρακτήρισε το μυαλό του Χίτλερ με μια αξιοπρόσεκτη φράση: ¨Ένα τρομακτικό φαινόμενο, εντυπωσιακό στην γρανιτένια του σκληρότητα και όμως απέραντα ρυπαρό… σαν κάποιο τεράστιο βαρβαρικό μονόλιθο, έκφραση γιγαντιαίας δύναμης και βάρβαρης μεγαλοφυΐας, περιτριγυρισμένος από σαπισμένους σωρούς σκουπιδιών – κονσερβοκούτια και ψόφιους ποντικούς, στάχτες και τσόφλια¨.

Ο καθηγητής Μαξ Χούμπερ, ένας Γερμανός ανθρωπολόγος που κλήθηκε στο δικαστήριο του Μονάχου, το 1924, για να καταθέσει σχετικά με την πνευματική κατάσταση του Χίτλερ είπε : ¨Ο Χίτλερ έχει χαμηλό και επικλινές μέτωπο, άσχημη μύτη, φαρδιά μήλα και μικρά μάτια. Η έκφραση του προσώπου του αποκαλύπτει έναν άνθρωπο που δεν μπορεί να ελέγξει τον εαυτό του και είναι ψυχικά ανισόρροπος¨.

Υπήρχαν δύο πλευρές στο χαρακτήρα του Χίτλερ, τόσο διαφορετικές ώστε να δίνει την εντύπωση ότι πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικούς ανθρώπους. Τη μια στιγμή ήταν γοητευτικός και φιλικός. Αγαπούσε τη μουσική και του άρεσε να παίζει με τα παιδιά. Μιλούσε ήρεμα με τους φίλους του για τις ομορφιές της φύσης.

Και ξαφνικά, με την αναφορά του ονόματος κάποιου από τους εχθρούς του, γινόταν εκτός εαυτού και έχανε κάθε αυτοέλεγχο. Το πρόσωπό του κοκκίνιζε και πρηζόταν από την οργή. Ούρλιαζε με όλη τη δύναμη της φωνής του, καταριόταν, κουνούσε τρελά τα χέρια του, και χτυπούσε τις γροθιές του στο στόμα, έπεφτε στο πάτωμα και μασούσε έξαλλος το χαλί. Γι’ αυτό και μερικοί Γερμανοί τον αποκαλούσαν ¨Ντερ Τεπχφρέσερ¨, ¨Αυτός που τρώει χαλιά¨. Μετά, με την ίδια ταχύτητα που είχε αρχίσει, ο παροξυσμός εξαφανιζόταν και ο Χίτλερ άρχιζε να μιλάει ήρεμα, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Ήταν μια πολύ αρρωστημένη συμπεριφορά.

Ο Χίτλερ ήταν πολύ καλός ηθοποιός και ήξερε πώς να εκμεταλλεύεται τους παροξυσμούς του. Πολλές φορές έπαιζε θέατρο για να πετύχει το σκοπό του. Ιδιαίτερα όταν ήθελε να κλονίσει ή να φοβίσει τον αντίπαλό του. Το έκανε στις συναντήσεις του με τον Καγκελάριο Κουρτ φον Σούσνιγκ πριν αρπάξει την Αυστρία, και με τον πρόεδρο Έμιλ Χάτσα πριν κατακτήσει την Τσεχοσλοβακία.

Ο Χίτλερ ήταν φανατικά εγωιστής. Είχε αρχίσει να θεωρεί τον εαυτό του άνθρωπο του πεπρωμένου, ένα Γερμανό Μεσία. Πίστευε ότι ήταν αλάνθαστος. Δεν δεχόταν να αναγνωρίσει ότι έκανε λάθος. Απέφευγε να δώσει σημασία στις ιδέες οποιουδήποτε άλλου.

Όταν η μισή Ευρώπη ήταν κάτω από τα πόδια του, ο εγωισμός του Χίτλερ μετατράπηκε σε μεγαλομανία – μια κατάσταση πνευματικής σύγχυσης, όπου ένα άτομο έχει μεγαλεπήβολες παραισθήσεις. Την εποχή εκείνη πίστευε ότι ήταν ο μεγαλύτερος Γερμανός που έζησε ποτέ, ένα είδος ημίθεου.

Δεν είχε πραγματικούς φίλους. Δεν είχε εμπιστοσύνη σε κανένα. Μόνο με δύο ή τρεις ανθρώπους χρησιμοποιούσε το γερμανικού ¨Ντου¨, ¨Εσύ¨, την φιλική έκφραση μεταξύ πολύ καλών φίλων. Ο φον Ρίμπεντροπ έλεγε μετά τον πόλεμο: ¨Δεν νομίζω ότι είχε κάνει με κανένα συζήτηση σαν άντρας προς άντρα. Με κανένα… Δεν πιστεύω ότι άνοιξε την καρδιά του σε κανένα¨.

Ο Χίτλερ ήταν ένας μοναχικός τύπος. Ήταν πάντα έτσι, ακόμα και πριν ανέβει στην εξουσία. Όταν ήταν ένας νεαρός πολιτικός που διψούσε για δύναμη, πολλοί πλούσιοι που ήταν περίεργοι να τον γνωρίσουν τον προσκαλούσαν στα σπίτια τους.

Λέγεται ότι σε μια τέτοια επίσκεψη, ένα κυριακάτικο απόγευμα του 1921, έφτασε φορώντας τη βρώμικη καμπαρντίνα του και κάθισε σιωπηλός για μια περίπου ώρα. Μόλις όμως αναφέρθηκε η Συνθήκη των Βερσαλλιών, ξέχασε την απομόνωσή του, πετάχτηκε όρθιος και ξέσπασε σε έναν παθιασμένο μονόλογο.

Ο Χίτλερ μισούσε τους ¨ειδικούς¨. Από πολύ νέος αντιπαθούσε όσους είχαν περισσότερη μόρφωση από αυτόν. Η δράση, το συναίσθημα και η θέληση κυβερνούσαν τη ζωή του – η εξυπνάδα ποτέ. Ήταν άνθρωπος της πράξης, όχι της μόρφωσης.

¨΄Εχω το χάρισμα¨, είπε κάποτε, ¨να αναγάγω όλα τα προβλήματα στις απλούστερες βάσεις τους¨.

Ο Χίτλερ μισούσε κάθε είδους δουλειά. Ήταν ένας τεμπέλης που ήθελε να τον αφήσουν ήσυχο να ονειρεύεται τα μεγαλεπήβολα όνειρά του. Άφηνε όλη τη γραφική δουλειά στους βοηθούς του. Πίστευε ακόμα ότι ήταν ένας καλλιτέχνης – μεγάλος ζωγράφος ή αρχιτέκτονας – που είχε κληθεί από το πεπρωμένο για να σώσει τη Γερμανία. Ήθελε να ανοικοδομήσει το Βερολίνο και το Μόναχο με τεράστια κτίρια σαν τις Πυραμίδες, που θα αντικατόπτριζαν το μεγαλείο των κυβερνητών της Γερμανίας.

Από πολλές απόψεις ο Χίτλερ ζούσε σπαρτιάτικα. Δεν κάπνιζε, και κανείς δεν τολμούσε να καπνίσει μπροστά του. Δεν έπινε αλκοόλλ. Απέφευγε τον καφέ και το τσάι. Δεν έτρωγε ποτέ κρέας. Ήταν απόλυτα ικανοποιημένος με μια ομελέτα, με την προϋπόθεση ότι το πιάτο του είχε ελεγχθεί προηγουμένως για δηλητήριο. Του άρεσε να τρώει γλυκά.

Ήταν τόσο νευρικός που ήταν σχεδόν αδύνατο να κοιμηθεί. Συχνά ξυπνούσε μέσα στη νύχτα και έκοβε ακούραστα βόλτες. Κάποτε φώναζε βοήθεια τρέμοντας από φόβο, προσπαθούσε να αναπνεύσει λες και πνιγόταν. Ένας από τους υπηρέτες του διηγήθηκε ότι κάποτε, τα ξημερώματα, ο Χίτλερ στεκόταν τρέμοντας στη μέση του δωματίου φωνάζοντας, ¨Αυτός!¨ ¨Αυτός εδώ!¨. Τα χείλη του είχαν μελανιάσει. Οι γροθιές του ήταν σφιγμένες. Ο ιδρώτας έτρεχε στο πρόσωπό του. Ξαφνικά άρχισε να μιλάει με κοφτές φράσεις, χρησιμοποιώντας λέξεις χωρίς κανένα νόημα. ¨Ποιος είναι αυτός στη γωνία;¨ ρωτούσε.

Ο Χίτλερ αγαπούσε τη μουσική του Ρίχαρντ Βάγκνερ. Ήταν ο μοναδικός μουσικοσυνθέτης που αναγνώριζε και οι μεγαλειώδεις τευτονικές του όπερες τον συγκινούσαν βαθιά. Αυτός – ο Χίτλερ – θα ζωντάνευε τις ιδέες του Βάγκνερ.

Ο Χίτλερ φανταζόταν τον εαυτό του σαν τον Σίγκφριντ να πολεμά με τον δράκο. Ήταν ο Μέγας Φρειδερίκος που ποδοπατούσε τους εχθρούς της Πρωσίας. Ήταν ο σταυροφόρος που θα σκότωνε το τέρας του Μπολσεβικισμού. Ήταν ο μύστης που πραγματοποιούσε τελετές στην κορφή του βουνού για την αιώνια δόξα αυτών που είχαν πέσει στον αγώνα του για την εξουσία.

Κι όμως ο Αδόλφος Χίτλερ δεν ήταν Γερμανός. Είχε υποστηριχθεί ότι ακριβώς αυτά τα μη γερμανικά του προσόντα άρεσαν περισσότερο στους Γερμανούς. Για παράδειγμα, ο Χίτλερ μισούσε το κρέας, το αλκοόλ και την άσκηση, αυτά ακριβώς που ο μέσος Γερμανός πολίτης αγαπούσε πάνω απ’ όλα. Έτσι, λέγεται, ότι ο γερμανικός λαός που ένιωθε κάποια ενοχή για τα βίτσια του, στράφηκε σ’ αυτόν τον ασκητικό ανθρωπάκο που έμοιαζε να έχει όλες τις αρετές. Ο Χίτλερ ήταν ο σωτήρας που θα τους οδηγούσε στη λύτρωση, την ευτυχία και την ευημερία.

Η παρέα των ωραίων γυναικών άρεσε στον Χίτλερ, που ήταν όμως προσεκτικός για να αποφύγει τον γάμο. Πίστευε ότι ο δεσμός του με μια γυναίκα θα επηρέαζε αρνητικά την πολιτική του καριέρα. Γι’ αυτόν, η καριέρα του είχε την πρώτη θέση.

Ανάμεσα στις γυναίκες που έπαιξαν κάποιο ρόλο στη ζωή του, μετά την Γκέλι Ράουμπαλ, ήταν η κ. Χελένε Μπέχσταϊν, της διάσημης οικογένειας των κατασκευαστών πιάνων, που τον έβαλε στους υψηλούς κοινωνικούς κύκλους και τον βοήθησε να μαζέψει χρήματα για το Ναζιστικό Κόμμα στο ξεκίνημά του. Η κ. Βίνιφριντ Βάγκνερ, κόρη του Ρίχαρντ Βάγκνερ, ήταν η μεγάλη φίλη του που τον θαύμαζε. Υπήρχαν και άλλες: η Λένι Ρίφενσταλ, που σκηνοθετούσε ταινίες από τις συγκεντρώσεις της Νυρεμβέργης και τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου το 1936, η Γιούνιτυ, μια εκκεντρική Εγγλέζα που προσπάθησε να αυτοκτονήσει για τον Έρωτα του Χίτλερ, η Εύα Μπράουν, που έγινε γυναίκα του μια μέρα πριν πεθάνουν και οι δυο τους.

Αλλά ποτέ δεν υπήρξε μια Ζοζεφίνα ή μια Μαντάμ Πομπαντούρ στη ζωή του Χίτλερ. Του άρεσε να συζητάει με τις γυναίκες, αλλά έπρεπε να κρατάνε τη θέση τους – έξω από τις δουλειές των αντρών.

Οι Γερμανίδες έπαιξαν πολύ σημαντικό ρόλο στην άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία. Εκατομμύρια γυναίκες είχαν γοητευθεί από την υπνωτική δύναμη των ματιών του. Τον αποκαλούσαν ¨Ντερ σένε Άντολφ¨, ¨Ο όμορφος Αδόλφος¨.

Αυτοί που γνώριζαν τον Χίτλερ είχαν διαφορετικές απόψεις γι’ αυτόν. Άλλοι πίστευαν ότι ήταν ένας πολιτικός αρχηγός με πολλά χαρίσματα, άλλοι τον έβλεπαν σαν διεστραμμένο παρανοϊκό.

Μετά τον πόλεμο, ένας από τους στρατιωτικούς ηγέτες της Γερμανίας, ο στρατηγός Φρανς Χάλντερ, σχολίασε: ¨Όσο συνεργαζόμουν μαζί του έψαχνα συνεχώς για αποδείξεις της μεγαλοφυΐας του. Προσπάθησα να είμαι αντικειμενικός και ειλικρινής, να μη τυφλωθώ από την αντιπάθειά μου. Ποτέ δεν βρήκα μεγαλοφυΐα σ’ αυτόν τον διάβολο¨.

Ο Γάλλος πρεσβευτής στη Γερμανία από το 1931 – 1938, ο Μ. Α. Φρανσουά Πουσέ, τον χαρακτήρισε έτσι: ¨Ο Χίτλερ δεν ήταν φυσιολογικός. Ήταν μάλλον μια μακάβρια προσωπικότητα, ένας χαρακτήρας που βγήκε από τις σελίδες του Ντοστογιέφσκυ, ένας δαιμονισμένος¨.

 

Το πορτραίτο του μίσους

Η κινητήρια δύναμη στη ζωή του Αδόλφου Χίτλερ ήταν το μίσος. Σαν παιδί, μισούσε τον πατέρα του. Αργότερα, συγκέντρωσε την κακία του όχι μόνο στους πραγματικούς του εχθρούς, αλλά και σε φανταστικούς αντιπάλους. Στο τέλος καταστράφηκε από αυτό ακριβώς το μίσος που έτρεφε στην καρδιά του.

Όταν ήταν νέος, ο Χίτλερ γοητευόταν από τα όργανα του θανάτου, όπως τα περίστροφα, τα μαχαίρια και τα ρόπαλα. Όταν ζούσε στο Μόναχο κρατούσε ένα βαρύ μαστίγιο ιππασίας φτιαγμένο από δέρμα ιπποπόταμου. Τον καιρό που αγωνιζόταν για πολιτική εξουσία, ο Χίτλερ αποφάσισε να χρησιμοποιήσει το καλλιτεχνικό του ταλέντο για να βοηθήσει το κόμμα. Ζωγράφισε ένα πλαστό χαρτονόμισμα που πάνω του εικονιζόταν ένας άντρας με ανοιχτό πουκάμισο, κρατώντας στο δεξί χέρι ένα σπαθί που έσταζε αίμα. Στο αριστερό κρατούσε από τα μαλλιά το κομμένο κεφάλι μιας γυναίκας.

Κακός και μικροπρεπής, εκδικητικός και γεμάτος μίσος, ο Χίτλερ δεν είχε κανένα αίσθημα γενναιοψυχίας. Ο οίκτος ήταν γι’ αυτόν ένα αίσθημα αδυναμίας. «Δεν υπάρχει πιο έντονη ευχαρίστηση», έλεγε «από το να κρατάς τον νικημένο εχθρό σου κάτω από το μαχαίρι».

Ο Χίτλερ δεν είχε αίσθηση χιούμορ, εκτός από αυτό που οι Γερμανοί ονομάζουν «Σαντενφρόιντε», χαρά από την κακοτυχία των άλλων. Γελούσε με ευχαρίστηση βλέποντας ταινίες που έδειχναν γέρους Εβραίους να σκουπίζουν τους δρόμους. Του άρεσε να βλέπει ταινίες με εκτελέσεις των εχθρών του.

Το 1937, οι επισκέπτες της Έκθεσης Γερμανών Ζωγράφων στο Μόναχο είχαν τη σπάνια ικανοποίηση να δουν τον Καγκελάριο του Γερμανικού Ράιχ να σκίζει και να κομματιάζει με τα ίδια του τα χέρια κάποιους πίνακες που δεν του άρεσαν.

Πάνω απ’ όλα, ο Χίτλερ μισούσε τους Εβραίους.
Αυτό ήταν το σημείο αναφοράς των σκέψεων και των πράξεών του, το πιο επίμονο πάθος της ζωής του.
Μισούσε επίσης τους Γάλλους. «Είναι εκφυλισμένο Νέγροι και πρέπει να συντριβούν».
Μισούσε τους Τσέχους. «Είναι Σλαβικά γουρούνια».
Μισούσε τους Ρώσους. «Είναι άξεστα, βρώμικα, σιχαμένα παλιόσκυλα».

Από την εποχή που ζούσε μέσα στη φτώχεια στη Βιέννη και στο Μόναχο, ο Χίτλερ μισούσε την μεσαία τάξη που ζούσε άνετα και που, όπως πίστευε, δεν είχε αναγνωρίσει τη μεγαλοφυΐα του. Η αντιπάθειά του ήταν τόσο ισχυρή, ώστε ήταν αποφασισμένος να πάρει κάποια μέρα την εκδίκησή του, αλλά σαν πολιτικός ήταν υποχρεωμένος να δημιουργεί φιλίες με τους ανθρώπους που μισούσε.

Όταν ο Χίτλερ έκανε τις εμφανίσεις του σε κοινωνικές εκδηλώσεις, έκανε εξαιρετική εντύπωση. Ο Γερμανός συγγραφέας Κόντραντ Χάιντεν δίνει την ακόλουθη περιγραφή για την πρώτη εμφάνιση του Χίτλερ στην καλή κοινωνία: «Φορώντας ένα κομψό κοστούμι, μπήκε στο δωμάτιο κρατώντας ένα τεράστιο μπουκέτο από τριαντάφυλλα και φίλησε το χέρι της οικοδέσποινας. Όταν του σύστησαν τους καλεσμένους πήρε ύφος του δημόσιου κατήγορου που παίρνει μέρος στην εκτέλεση μιας θανατικής καταδίκης. Μόλις άρχισε να μιλάει, ένα μικρό στο διπλανό δωμάτιο έβαλε τα κλάματα. Το είχε ξυπνήσει η εκρηκτικά δυνατή και διαπεραστική φωνή του».

Όσο το μίσος του μεγάλωνε, τόσο πιο μοναχικός γινόταν. Τους τελευταίους μήνες της ζωής του το μίσος τον είχε απομονώσει από κάθε ανθρώπινη επαφή.

Το πιο επικίνδυνο για τον κόσμο πράγμα σ’ αυτόν τον γεμάτο μίσος άνθρωπο, ήταν ότι θεωρούσε τον πόλεμο ευλογία.
«Ο πόλεμος», έλεγε, «είναι το πιο φυσιολογικό, το πιο καθημερινό πράγμα. Ο πόλεμος είναι αιώνιος. Ο πόλεμος είναι παγκόσμιος. Ο πόλεμος είναι ζωή. Κάθε είδους πάλη είναι πόλεμος. Ο πόλεμος είναι η πηγή των πάντων». Και ξανά, «θέλω πόλεμο. Όλα τα μέσα είναι θεμιτά για μένα. Το σύνθημά μου δεν είναι «ό,τι κι αν κάνεις μην ενοχλείς τον εχθρό». Το σύνθημά μου είναι «κατάστρεψέ τον, με οποιοδήποτε και κάθε μέσο. Εγώ θα εξαπολύσω τον πόλεμο».

 

Ο Αρχοντοχωριάτης του Μολιέρου